Posts Tagged ‘συγγραφέας’

Η Μάρω Λεονάρδου διαβάζει … “Το νησί της Ουτοπίας”

Monday, April 19th, 2010

Στο έχω πει οτι με τη Μάρω Λεονάρδου δουλεύουμε μαζί από τότε που τα γραφεία της τηλεόρασης του ΑΝΤ1 ήταν κάτι μεγάλα χαρτόκουτα εν αναμονή των νέων γραφείων. Μετά χαθήκαμε επαγγελματικά ξαναβρεθηκαμε και συνεργαστήκαμε με πολύ κέφι και χαρά στο Μεγκα, και τώρα που τελειώσε η εκπομπή της εξακολουθούμε να βρισκόμαστε επειδή το θέλουμε κι όχι επειδή το επιβάλει η καθημερινότητα.

Σου είχα παρουσιάσει το βιβλίο της, το δεύτερο μυθιστόρημα της, "Το Νησί της Ουτοπίας". Είχα μάλιστα και την χαρα να προδημοσιεύσω ένα κεφάλαιο που μου παραχώρησαν η Μάρω και ο εκδοτικός οίκος "Λιβάνη".

Τώρα ήρθε η ώρα και η Μάρω κάθισε μπροστά στη δική μου κάμερα, και αποφάσισε να διαβάσει τον … επίλογο από το βιβλίο της.

Γιατί τον επίλογο…? θες να μάθουν όλοι τι γίνεται στο τέλος?

Μα δε λέει τι γίνεται στο τέλος … το ταξίδι παραμένει για τον κάθε ξεχωριστό αναγνώστη.

Απλώς διαβάζει τον επίλογο! (Μάρω ευχαριστώωωωω)

 

 

Share on Facebook

Ο Μένης Κουμανταρέας διαβάζει … Κουμανταρέα

Monday, March 15th, 2010

 

Έχει συντροφεύσει τις νεανικές μου ανησυχίες και από εκείνα τα χρόνια μέχρι σήμερα έχει τη θέση του στην καρδιά μου. Αγνωστος μέχρι τις προάλλες. "Αγνωστος" με την έννοια ότι δεν τον είχα συναντήσει ποτέ. Από μακριά μόνο σε κάποιες παρουσιάσεις βιβλίων αλλά μια κουβέντα δεν την είχαμε ανταλλάξει.

    

Παρά το δικό του φορτωμένο πρόγραμμα, θεωρώ τιμή μου, ότι καταφέρε να βρει λίγο χρόνο για ‘μένα και την εμμονή μου να ακούσω συγγραφείς να διαβάζουν κομμάτια από τα έργα τους.

 

 

Φυσικά και συναντηθήκαμε στην Κυψέλη. Την αγαπημένη του  γειτονιά-στο γραφείο του, σ’ ενα ήσυχο δρομάκι κοντά στη Φωκίωνος Νέγρη. Πρώτη φορά περπατούσα μέρα στα σοκάκια της γειτονιάς – έζησα και τη φρίκη του πάρκινγκ. Συνήθως εκεί πάμε θέατρο τα βράδια, ή για ποτό αλλά για περπάτημα … εγώ ποτέ ως τώρα. Προσπαθούσα να δω τη γειτονιά όπως ο συγγραφέας μας την έμαθε από τα βιβλία του…

 … μα τι κάνω? τόση ώρα "μιλάω" για κάποιον, τον ευχαριστώ που μου άνοιξε την πόρτα του και δεν έχω αναφέρει το όνομά του!

Μένης Κουμανταρέας, συγγραφέας!

Η απάντηση του στην ερώτησή μου: πού είστε οι πνευματικοί άνθρωποι? ήταν αποστομωτική: "Γιατί, μας ζητάει κανείς? Μάς φώναξε κάποιος? Εμείς μιλάμε με τα βιβλία μας"!!!

Είχαμε συμφωνήσει από το τηλέφωνο ότι θα διάβαζε δύο αποσπάσματα από το "Στρατόπεδο"  και τη "Γυναίκα που πετάει" και η επιλογή των αποσπασμάτων έγινε από τον ίδιο με γνώμονα να διαβάσει κάτι που δε θα "χαλάσει" το σύνολο.

Μπορεί να ακούγεται παιδαριώδες αλλά πώς λες σε καποιον "διάλεξε ποιο κομμάτι του εαυτου σου θες να προβάλλεις"!!!

Το πιο πρόσφατο βιβλίο του  "Σ’ ένα στρατόπεδο άκρη στην Ερημιά" είναι – όπως του είπα και μου αποκρίθηκε με ένα χαμόγελο – πολύ κοντά σ’ αυτά τα λατινοαμερικάνικα γραπτά που το φανταστικό είναι τόσο ρεαλιστικό και το ρεαλιστικό ακροβατεί στον κόσμο του φανταστικού με τέτοια μαστοριά που δεν μπορείς να το αφήσεις παρά μόνο όταν φτάσεις στην τελευταία σελίδα – ίσως και λίγο αργότερα …

 

 "Η γυναίκα που πετάει" εκδόθηκε το 2006 και είναι μια συλλογή 11 διηγημάτων. Και αυτό όπως και όλα τα βιβλία του κυρίου Κουμανταρέα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.

 

Η σχέση του κυρίου Κουμανταρέα με το ίντερνετ δεν ειναι και τόσο … υπαρκτή! Μάλλον κάποιος φίλος, γνωστός ή συνεργάτης θα του δείξει αυτό το ποστ. Ελπίζω να του αρέσει

 

 

 

 

 

 

Share on Facebook

Αντώνης Σουρούνης: “Νυχτες με Ουρά” – Προδημοσίευση

Tuesday, February 23rd, 2010

Αυτό είναι το εξώφυλλο του καινούριου βιβλίου του Αντώνη Σουρούνη που θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία τη Δευτέρα 1η Μαρτίου.

Είναι πολύ μεγάλη η τιμή στην αφεντιά μου που μου εμπιστεύτηκε ένα κεφάλαιο για να το πρωτοδιαβάσεις ιντερνετικώς!

Και τώρα ώρα για διάβασμα, καλή ανάγνωση!

 

Share on Facebook

Λιόπη Αμπατζή: “Ποτό για παρέα” – Σεξουαλική διασκέδαση στη σύγχρονη Ελλάδα

Thursday, February 18th, 2010

έχω αρχίσει να διαβάζω το βιβλίο της κυρίας Αμπατζή και πραγματικά το βρίσκω μοναδικό. Είναι δημοσιοργαφική έρευνα, είναι μυθοπλασία, είναι επιστημονική έρευνα. Είναι συναρπαστικό και πρωτότυπο. Σου κάνω ατάτσ παρακάτω ένα δικό της κείμενο που βρήκα στο νετ.

Είμαι στις πρώτες σελίδες και πραγματικά σου λέω είμαι ακόμη μεσα στις σελίδες του. Περιμένω να επιστρέψω σπίτι, να κοιμηθούν τα παιδιά να συνεχίσω την ανάγνωση!

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

 

Η γλώσσα της ετεροφυλόφιλης επιθυμίας στην κονσομασιόν.
Δρ. Λιόπη Αμπατζή
Ερευνήτρια στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ)


Τα μπαρ με «κονσομασιόν» αφορούν σε  κοινωνικούς χώρους όπου έμφυλες σχέσεις με ερωτικό περιεχόμενο διαπλέκονται με την κατανάλωση και το χρήμα στο πλαίσιο της ανδρικής νυχτερινής διασκέδασης. Οι σχέσεις αυτές περιβάλλονται συγκεκριμένα χαρακτηριστικά με κομβικό σημείο την  δεδομένη κι απροϋπόθετη αποδοχή της ερωτικής επιθυμίας των ανδρών από τις γυναίκες. Απροϋπόθετη και δεδομένη στο βαθμό που οι άνδρες- πελάτες του μπαρ αγοράζουν και προσφέρουν ποτά στις γυναίκες- εργαζόμενες (τις κονσοματρις). Αυτή η πρακτική ονομάζεται κέρασμα κι έρχεται –όπως έχω δείξει αλλού (Aμπατζή, 2007)-  να  διαχειριστεί την αμφιθυμία που σχετίζεται με αυτόν τον τύπο οικονομικο-σεξουαλικής  επικοινωνίας και  που απορρέει από τις κυρίαρχες κανονιστικές αντιλήψεις για την ερωτική επιθυμία και την ικανοποίησή της-  αντιλήψεις που μοιράζονται από κοινού άνδρες και γυναίκες, πελάτες κι εργαζόμενες.
Με άλλα λόγια, η κονσομασιόν μπορεί να περιγραφεί ως ερωτική ετερο-κοινωνικότητα που διαμεσολαβείται από εγχρήματες ανταλλαγές.

Δεν ξέρω αν έχει νόημα να μιλήσει κανείς για μια ιδιαίτερη «γλώσσα της κονσομασιόν», ωστόσο, η αποτύπωση και ερμηνεία γλωσσικών εκφράσεων παραπέμπει ενδεικτικά στην αποτύπωση αντιλήψεων, πρακτικών και συναισθημάτων που διαπλέκονται με ζητήματα έμφυλων σχέσεων και σεξουαλικότητας, αλλά και με τη συγκρότηση λόγων για την επιθυμία. Η γλώσσα εδώ γίνεται αντιληπτή ως μια κοινωνικά επηρεασμένη «λεκτική χειρονομία», «μια από τις πολλές δυνατές χρήσεις [ή γλώσσες] του σώματός μας», είναι μόνο μία από τις πολλές, διαφορετικές «εμπειρίες» που ζούμε συνεχώς μέσα στον μη γραμμικό χρόνο. (Παπαγαρουφάλη, 2002).
 Στην ανακοίνωση αυτή, θα επιχειρήσω να διερευνήσω τον ενδεικτικό χαρακτήρα των γλωσσικών εκφράσεων στο πλαίσιο της πρακτικής της κονσομασιόν, δηλαδή, την έμμεση και  διαμεσολαβημένη  σχέση του λόγου που παράγουν οι ομιλητές με την ‘κονσομασιόν’ ως του συμφραζομένου όπου οι γλωσσικές εκφράσεις  αποκτούν σημασία,  και να δείξω την έμφυλη και σεξουαλική συγκρότηση της ίδιας της πρακτικής της κονσομασιόν..

Επιπλέον, η γλωσσική κωδικοποίηση της επιθυμίας, αλλά και η γλωσσική επιτέλεση της ερωτικής επικοινωνίας διαπλέκεται με κοινωνικά τοποθετημένες ‘αρσενικότητες’ και ‘θηλυκότητες’. Η κατά κονσομασιόν υλο-ποίηση  της ‘θηλυκότητας’ και της ‘αρσενικότητας’ απομιμούνται το «κανονιστικό ιδανικό του φύλου» καθώς και «τη φυσικοποιημένη εξιδανίκευση της ετεροφυλοφιλίας» (Butler 1991).

Η λεκτική επικοινωνία στην κονσομασιόν μπορεί να ιδωθεί ως επαναλαμβανόμενη κοινωνική τελετουργία όπου επιβεβαιώνονται τα κανονιστικά πρότυπα αλλά ταυτόχρονα εκτίθεται η «καταστατική αστάθεια της ετερο-φυλοφιλίας». Έτσι, μέσα από την αποτύπωση διαλόγων μεταξύ ανδρών και γυναικών στο μπαρ, θα προσπαθήσω να δείξω ότι στην αποθέωση της κανονιστικής ετεροφυλοφιλίας (άνδρες που επιθυμούν και γυναίκες που είναι αντικείμενα της επιθυμίας) υπάρχουν ρωγμές αλλά και ανατροπές που αναδεικνύουν αυτό που η Butler (1991) ονομάζει «καταστατική αστάθεια» του ετερο-κανονικού μοντέλου (πχ γυναίκες με επιθετική- ενεργητική  «αρρενωπή» σεξουαλικότητα που απειλούν τους άνδρες, και άνδρες με παθητική συμπεριφορά).

Τον καιρό που έκανα την έρευνα κυκλοφορούσε μεταξύ των φίλων μου μία ανεκδοτολογική περιγραφή του πεδίου: η φυλή του «μπούρου μπούρου»…
Το Μπούρου- μπούρου, ή αλλιώς μπρίρι –μπίρι ή ακόμα, ντούρου- ντούρου αποτελούν ιθαγενείς και εννοιολογικές κατηγορίες που προκύπτουν μέσα από  ονοματοποιητικές  πρακτικές, και στο πλαίσιο της κονσομασιόν, έρχονται να περιγράψουν τη βασική πρακτική της διασκέδασης και της συναναστροφής στο μπαρ.

Την πρώτη νύχτα στο μπαρ,  όπου ξεκίνησα την έρευνα εργαζόμενη ως ‘κονσοματρίς’, μου υπέδειξαν να πάω σε πελάτη και ρώτησα “Τι να κάνω” η απάντηση ήταν “πιάσε του την κουβέντα και κάνε τον να σε κεράσει”.
Όταν αργότερα ρώτησα τι θα έπρεπε να λέω με τους πελάτες μου είπαν  τα εξης: “λες ό,τι σου ρχεται. Συμφωνείς με ό,τι λένε. Συνεχίζεις την κουβέντα τους αν ξέρεις για το θέμα που μιλάνε, πολιτική πχ. Αν δεν ξέρεις, φέρνεις την κουβέντα εκεί που θέλεις, συνήθως στα ερωτικά. Μη σκέφτεσαι για  αυτούς, μην κουράζεις το μυαλό σου, να σκέφτεσαι για τον εαυτό σου και γι αυτούς που αγαπάς” και συνέχισε “εδώ πρέπει να είμαστε ευχάριστες. Εδώ είναι μπαρ, φώτα, ποτά. Έρχεται ο άλλος κουρασμένος, με προβλήματα στη δουλειά, με τη γυναίκα του…”
Μια άλλη γυναίκα έσπευσε να συμπληρώσει  “λες ό,τι σου κατέβει στο κεφάλι, αρκεί να μιλάς”… “δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να κοροϊδέψεις 5 βλαμμένους”. Τις επόμενες μέρες όποτε αναφερόντουσαν οι γυναίκες στους πελάτες τους αποκαλούσαν  ‘βλαμμένους’, ‘ανώμαλους’  “στους 10 οι 3 να είναι νορμάλ”…

Η αναζήτηση πληρωμένης ερωτικής συντροφιάς καθιστά αυτόματα τους πελάτες ‘ανώμαλους’ και ‘βλαμμένους’. Όπως έχει δείξει η Gayle Rubin, ακολουθώντας το Φουκώ,  στη σεξουαλική διαστρωμάτωση:
όσο οι σεξουαλικές συμπεριφορές κι ενασχολήσεις κατεβαίνουν την ιεραρχική διαβάθμιση, τα άτομα που εμπλέκονται υπόκεινται στο τεκμήριο ψυχικής ασθένειας, δυσφήμισης, εγκληματικότητας, περιορισμένης κοινωνικής και φυσικής κινητικότητας, απώλειας θεσμικής υποστήριξης, και οικονομικές κυρώσεις. ([1984] 2006:420)
Σύμφωνα με κυρίαρχο ετεροκανονικό σύστημα, η σεξουαλικότητα που είναι ‘σωστή’, ‘κανονική’ και ‘φυσιολογική’ πρέπει να είναι  ετεροφυλόφιλη, συζυγική, μονογαμική, αναπαραγωγική και μη εμπορευματοποιημένη. Οποιαδήποτε σεξουαλικότητα παραβιάζει αυτούς τους κανόνες είναι ‘κακή’, ‘ανώμαλη’, ‘αφύσικη’. Σε αυτό το πλαίσιο οι καταναλωτές της κονσομασιόν περιγράφονται ως ‘ανώμαλοι και βλαμμένοι’, με ένα λεξιλόγιο και ύφος υποτίμησης και δυσφήμησης. Για να αναζητούν την πληρωμένη ερωτική συντροφιά υπολείπονται σε κάτι- που είτε αφορά στην εξωτερική εμφάνιση ή στη ψυχο- διανοητική τους κατάσταση.
Σας θυμίζω ότι στο δημόσιο λόγο η πορνεία αναφέρεται συχνά ως το «αναγκαίο κακό» διότι παρέχει σεξουαλικές υπηρεσίες σε άνδρες με ψυχολογικά, διανοητικά ή σωματικά προβλήματα, ενώ απορροφά τη βία και την ένταση –που θα στρεφόταν ενάντια σε μη-πόρνες γυναίκες- ανδρών που δε μπορούν αλλιώς να εκτονώσουν τη σεξουαλική τους ορμή…

Η εμβληματικότητα του σεξουαλικού ανδρισμού εστιάζεται κυρίως στην εννοιολόγηση της ερωτικής επιθυμίας ως γνωρίσματος των ανδρών, δηλαδή ως έμφυλης διαφοράς με σωματικές κι ανατομικές διαστάσεις. Η ερωτική επιθυμία, όπως έχει καταδείξει συστηματικά ο Κ. Γιαννακόπουλος (1995, 1996, 1998, 2001) περιγράφεται ως ένστικτο, που εδράζεται στο κάτω μέρος του σώματος, και σωματοποιείται ως φυσιολογική βιολογική λειτουργία (στύση).  Ο άνδρας καλείται από νεαρή ηλικία να επιβεβαιώνει και να δημοσιοποιεί τον ανδρισμό του μέσα από σεξουαλικές σχέσεις με γυναίκες. Εξάλλου, η δύναμη της σεξουαλικής ανάγκης των ανδρών θεωρείται τόσο μεγάλη, που υποχρεούνται να την ικανοποιήσουν με οποιονδήποτε –πολιτισμικά και κοινωνικά δυνατό– τρόπο. Επιπλέον, θεωρείται ότι οι άνδρες από τη «φύση» τους είναι φορείς της σεξουαλικής επιθυμίας και οι γυναίκες τα αντικείμενα αυτής της επιθυμίας. Ο Γιαννακόπουλος μάλιστα (1995, 2001) υποστηρίζει ότι στην ελληνική σεξουαλική κουλτούρα η εννοιολόγηση της σεξουαλικής συμπεριφοράς συνδέεται με τη συγκρότηση μιας έμφυλης ταυτότητας ή, με άλλα λόγια, η υιοθέτηση μιας σεξουαλικής συμπεριφοράς δεν οδηγεί στη συγκρότηση μιας σεξουαλικής αλλά μιας έμφυλης ταυτότητας. 

Το φαινόμενο της ‘κονσομασιόν’ αποτελεί μία από τις πιθανότητες συγκρότησης κι επιτέλεσης της ετεροφυλόφιλης ερωτικής επιθυμίας αλλά και της έμφυλης υποκειμενικότητας.   Οι παραπάνω αντιλήψεις, ότι δηλαδή οι άνδρες από τη «φύση» τους έχουν κι αποδεικνύουν διαρκώς την ερωτική επιθυμία, θα έλεγα ότι σε μεγάλο αν όχι σε απόλυτο βαθμό, αναπαριστάνονται στην «κονσομασιόν», όπου οι άνδρες/φορείς της επιθυμίας την επιτελούν πληρώνοντας/κερνώντας γυναίκες/αντικείμενα της επιθυμίας.
Στην κονσομασιόν, αυτό το σύστημα αντιλήψεων για την εμφυλότητα και την επιθυμία, αφενός κεφαλαιοποιείται, και  νομιμοποιεί απόλυτα την πρακτική της εγχρήματης ερωτικής συναναστροφής, αλλά από την άλλη μεριά, διακωμωδεί τον ανδρισμό που απορρέει από αυτές τις αντιλήψεις.
 Η ΜcIntosh  (1968) έχει υποστηρίξει ότι  «Άνδρες που δεν νιώθουν την επιθυμία για το σεξ καθαυτό […] είναι περιφρονητέοι». Αντιστρέφοντας το σκεπτικό, έλεγε χαρακτηριστικά ένας άνδρας αφεντικό: «κάβλα είναι η αντίδραση του άντρα στο άγγιγμα μιας γυναίκας… έτσι είναι από τη φύση τους, μαλάκες…»
Η επιτηδειότητα της ‘κονσομασιόν’ έγκειται στην εξάντληση όλων αυτών των αντιλήψεων στην πράξη, και μεγιστοποίηση του κέρδους (κερασμένα ποτά) μέσα από την ταυτοποίηση του υποκειμένου με την υποτιθέμενη αισθητηριακή- βιολογο-ανατομική αντίδραση. Έτσι εκτός από ανώμαλοι και βλαμμένοι, οι άνδρες υπό την επήρεια του γυναικείου αγγίγματος (λεκτικές χειρονομίες), είναι  απολύτως αδύναμοι 
Εκφράσεις όπως τραχανάς, μπαγλαμάς, τυρί, κεφτές (με πόδια) περιγράφουν τον άνδρα- κορόϊδο, τον άνδρα –θύμα, υποταγμένο στη φύση του αλλά και τις γυναίκες- πρόκληση. Κυρίως παραπέμπουν στην άνθηση των μπαρ στην επαρχία στη δεκαετία του 80 και του 90, όπου οι άνδρες απομονωμένοι στην επαρχία και δεσμευμένοι από τις περιορισμένες δυνατότητας ερωτικής και σεξουαλικής συναναστροφής, αποσβολώθηκαν από την παρουσία εκατοντάδων γυναικών, ξένων, ερωτικοποιημένων και διαθέσιμων και κατέθεσαν τις  περιουσίες τους, τις επιδοτήσεις και τα δάνεια στα πόδια τους… «Έπρεπε να ’βλεπες τους βλάχους με τα τρακτέρ να μαζεύονται και να περιμένουν απέξω να ανοίξει το μαγαζί, σα διαδήλωση».
Από τη μεριά τους, οι γυναίκες της ‘κονσομασιόν’, επιτελούν στο μπαρ μια διττή και αμφίσημη θηλυκότητα, η οποία μέσα από εμπρόθετους μηχανισμούς  ελέγχου  και μετασχηματισμών του σώματος κινείται σε μία οριακότητα: ανάμεσα στην αρχετυπική εικόνα της δαιμόνιας Εύας/ πουτάνας και της συναισθηματικής, υποχωρητικής, γυναίκας που φροντίζει, περιποιείται και υποτάσσεται στις επιθυμίες του άνδρα.
Ο υπερτονισμός της θηλυκότητας, με τη μετωνυμική χρήση αντικειμένων (ψηλά τακούνια, μίνι φούστες, βαθιά ντεκολτέ, μακιγιάζ) και τη συμβολική επανεγγραφή μιας σεξουαλικοποιημένης προκλητικής σωματικότητας, εκείνες οι  υπερβολικές καρικατούρες που η κοινωνία λέει ότι σημαίνουν  να είσαι γυναίκα (McNeal, 1999), συγκροτεί μία υπερβολική απομίμηση μιας φυσικοποιημένης ταυτότητας και υπερφωτίζει τις επιτελεστικές όψεις του κοινωνικού φύλου.
Από την άλλη το καθεστώς της –επιτηδευμένης- διαθεσιμότητας προς τους άνδρες, η ψυχολογική εκτίμηση της διάθεσης του πελάτη και προσαρμογή της γυναίκας σε αυτή, η κολακεία και η φροντίδα- ντάντεμα, σκιαγραφούν μία αφοσιωμένη και υποταγμένη θηλυκότητα ή με τα λόγια ενός πελάτη:
    «Το αίσθημα που είχα την πρώτη φορά που πήγα σε τέτοιο μπαρ και κέρασα γυναίκα ήταν ότι βρέθηκα ξαφνικά απέναντι σε μια γυναίκα που συμπεριφερόταν σαν να ήταν η γκόμενά μου. Φαινόταν να έχει προσωπικό ενδιαφέρον για μένα, ήταν ζεστή και τρυφερή, και ήταν ανοιχτά σεξουαλική μαζί μου».
     
Γυναίκες που η εμφάνισή τους στο μπαρ ‘παρέκλινε’ του γενικού κανόνα αποτελούσαν την επιτομή μιας αρρενωπής θηλυκότητας και αποκαλούνταν με αρσενικοποιημένα τα ονόματά τους (Λάμπρος για τη Λαμπρινή,  Μήτσος για τη  Δήμητρα, κλπ).  Ωστόσο, πολλές γυναίκες υιοθετούν ανδρικά ονόματα για να αυτοαπακαλούνται πχ η Κατερίνα- Θανάσης, η Παναγιώτα- Παναής, προκειμένου να μιλήσουν για έναν εαυτό αυτόνομο, κινητικό, με δεξιότητες που υπερβαίνουν τις παραδοσιακές γυναικείες- όπως η ξέφρενη οδήγηση μηχανής μεγάλου κυβισμού και κόντρες στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, ή βαριές δουλειές και μαστορέματα- αλλά κυρίως το μεγάλωμα παιδιών χωρίς πατέρα, η αποκλειστική ευθύνη του νοικοκυριού και αναμφίβολα μια αίσθηση αυτοπροσδιορισμού και προσωπικής επιθυμίας που δε λογοδοτεί ποτέ και σε κανέναν. Εδώ σημειώνω χαρακτηριστικά, ότι η διαδεδομένη –και σε γυναίκες- έκφραση «στ’ αρχίδια μου» (δε με νοιάζει) δεν υιοθετείται από τις γυναίκες αυτές που χρησιμοποιούν το αντίστοιχο δικό τους σωματικό κιτάπι για να ‘γράψουν’ ό,τι/ όποιον δεν τις νοιάζει, «στο μουνί» ή «στη μουνάρα» ή «στην αρχοντομουνάρα τους»…
Το μοτίβο που κυριαρχεί στο μπούρου μπούρου  στο μπαρ είναι η διαρκής άμεση ή υπαινισσόμενη αναφορά στο σεξ. Άνδρες και γυναίκες χρησιμοποιούν συστηματικά λέξεις με σεξουαλικό περιεχόμενο και αναφέρονται απροκάλυπτα στη σεξουαλική πράξη, στα γεννητικά όργανα, στη σεξουαλική επιθυμία.
Ο υπερτονισμός της σεξουαλικότητας μέσω λεκτικών/ σωματικών πράξεων θεωρείται συστατικό στοιχείο της παρέας στο μπαρ και αποτελεί το μέσο επίτευξης της ‘καβλάντας’. Η ‘καβλάντα’, και τα ρήμα ‘καβλαντίζω’, κωδικοποιούν τον τύπο της ερωτικοποιημένης συντροφιάς κι αναφέρονται σε μία ανδρική σεξουαλικοποιημένη διασκέδαση,  συνδέονται με την κάβλα, κι αποτελούν λόγους για το σεξ, που δεν είναι πάντα εύκολο να ρηματοποιηθούν ειδικά έξω από το πλαίσιο της ανδρικής ομοκοινωνικότητας. Επιπλέον, όπως  λέει Rubin
Είναι διαφορετικό πράγμα η δημιουργία σεξουαλικών λόγων με τη μορφή της ψυχανάλυσης ή στο πλαίσιο μιας ηθικής σταυροφορίας, από το να αναπαριστούμε  γραφικά σεξουαλικές πράξεις ή γεννητικά όργανα. Το πρώτο είναι κοινωνικά επιτρεπτό με έναν τρόπο που καθιστά το δεύτερο απαράδεκτο.  ([1984] 2006: 435)
Ο σεξουαλικός λόγος που είναι εξαναγκασμένος στη σιωπή, τον ευφημισμό και την εμμεσότητα, στο  μπαρ βρίσκει τους τρόπους και τα μέσα επιτέλεσης, διακωμωδώντας και παρωδώντας κυρίως την αμηχανία ή τη μη πρόσβαση των γυναικών σε αυτούς. Έτσι, πολύ συχνά, οι γυναίκες μιλούν σεξουαλικούς λόγους σαν άνδρες. Παραθέτω το ακόλουθο περιστατικό
Κάποιο βράδυ σε ένα μπαρ στην Αθήνα, η ‘αφεντικίνα’ τσακώνεται με έναν πελάτη, ο οποίος μεθυσμένος αρνούνταν να πληρώσει ένα ποτό που είχε κεράσει. Ξαφνικά η ‘αφεντικίνα’ ορμάει από πίσω του, τον πιάνει από τη μέση και του λέει: «Ξέρω τι θες για να στρώσεις, πούτσο θες, θες να βάλω έναν πλαστικό και να σε γαμάω από τον κώλο», συνοδεύοντας τα λόγια της με μίμηση της σεξουαλικής πράξης. Αίφνης, ο πελάτης άρχισε να γελάει, η ‘αφεντικίνα’ συνέχισε στο ίδιο μοτίβο, «Θα σε ξεκωλιάσω, θα σε γαμήσω», και αυτός κέρασε τόσο την ίδια όσο και την άλλη γυναίκα το ποτό της οποίας είχε προηγουμένως αμφισβητήσει. «Μα τι μαζόχας είναι αυτός, τέτοια θέλει να του λέω, για να ηρεμεί», είπε η ‘αφεντικίνα’, απευθυνόμενη στον υπόλοιπο κόσμο που παρακολουθούσε.
 
Το γεγονός ότι αυτά τα λόγια τα λέει γυναίκα όχι μόνο εξαλείφουν την αρνητική χροιά της απειλής και της προσβολής –που θα είχαν στο στόμα ενός άνδρα, ειδικά στο πλαίσιο μιας αντιπαράθεσης–, αλλά κάνουν τη σκηνή καρναβαλική, με την έννοια της πλήρους αντιστροφής. Η προηγούμενη ένταση εξαφανίστηκε και ο πελάτης, ξεκαρδισμένος στα γέλια, όχι μόνο δεν αμφισβητεί την οφειλή του αλλά σπεύδει να την επιβεβαιώσει κερνώντας επιπλέον ποτά.
Από την ‘καβλάντα’ απορρέει  μία απροσδιόριστη σεξουαλική επιθυμία. Η επιθυμία αυτή, αν και αποτελεί μέρος της ευχαρίστησης των ανδρών στο μπαρ και ζητούμενο της διασκέδασής τους, δεν οδηγείται σε ικανοποίηση μέσω της σεξουαλικής συνεύρεσης. Ωστόσο, η φαντασίωση της πιθανότητας της σεξουαλικής συνεύρεσης και της διαπροσωπικής οικειότητας καλλιεργείται συστηματικά αλλά αναβάλλεται επ’ αόριστον . 
Βασικός μηχανισμός αναβολής αλλά όχι ματαίωσης της πιθανότητας συνεύρεσης είναι το ‘ποίημα’ ή το ‘παραμύθι’, δηλαδή  ένας προκατασκευασμένος κι επαναλαμβανόμενος λόγος ή, ένα στυλ έτοιμων κατασκευασμένων αφηγήσεων –όπως  το ποίημα που έμαθες στο δημοτικό και το λες απέξω σε ακροατήριο- ,
“το παραμύθι που θα πεις στον άλλον  για να τον βάλεις στο λούκι να σε κερνάει”.
‘κονσομασιόν’ είναι “τα λόγια και τα έργα ώστε να καθηλώσεις αυτόν που είναι εκεί για όση περισσότερη ώρα μπορείς για να πάρεις όσα περισσότερα ποτά , άρα λεφτά μπορείς. Εκείνη την ώρα βλέπεις τον πελάτη σα μηχάνημα αυτόματης ανάληψης της Τράπεζας κι εσύ ψάχνεις τον κωδικό να πατήσεις ώστε τα λεφτά από τη δική του τσέπη να μπουν στη δική σου”.

Στόχος αυτής της κοινωνικής τελετουργίας δεν είναι να γίνει αναγκαστικά πιστευτό το περιεχόμενο της αφήγησης,  αλλά να δημιουργήσει, να σκηνοθετήσει την ατμόσφαιρα για την επικοινωνιακή κονσομασιόν. Επιδιώκει να  καταδείξει  το «πραγματικό» ενδιαφέρον της γυναίκας προς τον πελάτη και αντίστροφα. Και οι πελάτες, δημιουργούν αφηγήσεις ερωτικής επιθυμίας, με κυρίαρχο πολιτισμικό σενάριο την επιθυμία να κάνει αυτή τη γυναίκα ‘δική του’ και  να την παντρευτεί.
Αν και συχνά πρόκειται για δικαιολογίες για την αναβολή της συνεύρεσης, το ποίημα των γυναικών, κυρίως υπερθεματίζει την ικανότητα της λεκτικής επιτέλεσης . Καταστατικά αμφίσημος λόγος, αποτελεί τη βάση της ποιητικής του μπαρ, δείχνει ότι οι άνθρωποι έχουν συνείδηση δεν πιστεύουν τα λόγια τους αλλά θέλουν πολύ να το λένε και να τα ακούν- αυτό άλλωστε κάνουν. Γιατί, «… όταν συνομιλούμε, βιώνουμε τις σχέσεις που είχαμε, έχουμε και θέλουμε να έχουμε με πραγματικούς και φανταστικούς άλλους, και οι οποίες είναι υπεύθυνες για τις «λεκτικές χειρονομίες» μας» (Παπαγαρουφάλη 2002)

Βιβλιογραφία

Αμπατζή, Λ (2007), «Το κέρασμα στα ‘μπαρ με κονσομασιόν’: η διαχείριση του μη ανεκτού», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 122 (Α), σ. 3-21.

Butler, J (1991), «Imitation and gender insubordination» στο Fuss, D (επιμ).    Inside/Out. Lesbian Theories, Gay Theories. Νέα Υόρκη και Λονδίνο: Routledge

McIntosh, M (1968), “The Homosexual Role”, Social Problems 16, σ. 182-192

McNeal K., 1999, “Behind the make-up: Gender ambivalence and the double-bind of gay selfhood in drag performance”, Ethos 27 (3), 334-378.

Ochs, E. 1992. Indexing Gender. Στο A. Duranti & C. Goodwin (επιμ.), Rethinking Context: Language as an Interactive Phenomenon. Καίιμπριτζ: Cambridge University Press, 335-358.
   
Παπαγαρουφάλη Ε, (2002), «Η συνέντευξη ως σωματική επικοινωνία των συνομιλητών και πολλών άλλων», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 107, σ.29-46

Rubin G., ([1984] 2006), «Σκέψεις για τη σεξουαλικότητα: Σημειώσεις για μια ριζοσπαστική θεωρία των πολιτικών της σεξουαλικότητας» στο Γιαννακόπουλος, Κ. (επιμ.) Σεξουαλικότητα: Θεωρίες και πολιτικές της ανθρωπολογίας. (μτφ Λιόπη Αμπατζή) Αθήνα: Αλεξάνδρεια
.
Yannakopoulos K., 1995, Jeux du desir, Jeux du pouvoir: corps, émotions, et identité sexuelle des hommes au Pirée et à Athènes, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή στην École des Hautes Études en Sciences Sociales, Παρίσι.

— (1996), «Amis ou amants? Amours entres hommes et identites sexuelles au Piree et a Athenes», Terrain 27, σ. 59-70
   
— (1998), «Corps erotique masculine et identites sexuelles au Piree et a Athenes», Gradhiva 23 (Dossier «Anthropologie des sexes»), σ.101-108   

Share on Facebook

Ο Δημήτρης Καμπουράκης στης Σεμίνας

Sunday, February 7th, 2010

Αντιγράφω από το mediasoup της Σεμίνας Διγενή, τη συνέντευξη του Δημήτρη Καμπουράκη

-Ποιός πιστεύετε πως είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος, στην πόλη που ζείτε;
-Όλο και κάποιοι ερωτευμένοι θα υπάρχουν, είμαι βέβαιος. Αυτοί. Το πρόβλημα είναι, ότι η ευτυχία μπορεί πλέον να αναζητηθεί μόνο στη σφαίρα του ιδιωτικού. Τι κρίμα.

-Τι αντιπαθείτε πιο πολύ, στην καθημερινότητά σας;
-Την κοινή πεποίθηση των τηλεθεατών, ότι…

κυβερνώ τη χώρα. Συγνώμη, αλλά κάνω απλώς μια ενημερωτική εκπομπή. Ούτε συντάξεις βγάζω, ούτε αυθαίρετα νομιμοποιώ, ούτε χωματόδρομους ασφαλτοστρώνω.

-Ποιό βιβλίο πρεπει να διαβάσει το συντομότερο, ο Γ.Παπανδρέου;
-“Ο στρατηγός μεσ’ τον λαβύρινθό του” του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Όχι γιατί θα του δώσει καμιά συνταγή διακυβέρνησης. Απλώς θα του εξηγήσει (ή θα τού υπενθυμίσει) ότι η μοναξιά του αρχηγού, δεν έχει καμιά μεγαλοπρέπεια.

-Ποιά θεωρείτε ότι είναι η Τριάδα των πιο Ανυπόληπτων Δημοσιογράφων της Τηλεόρασης;
-Δεν περιμένετε βέβαια, να απαντήσω σ’ αυτή την ερώτηση. Αφ’ ενός ποιός είμαι εγώ που θα κρίνω τους άλλους, αφ’ ετέρου θα με σκίσουν. Ελάτε τώρα…

-Για ποιό θέμα, θα βγαίνατε να διαμαρτυρηθείτε στους δρόμους;
-Θα έκανα αντιδιαδήλωση στους “υπερπατριώτες” και τους ρασοφόρους, που διατυμπανίζουν την καθαρότητα του αίματος, που κυλά στις φλέβες τους και φοβούνται ότι θα μολυνθούν (τρομάρα τους) από παιδιά που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εδώ.

-Ποιός από τους ”διαμορφωτές” της κοινής γνώμης, αξίζει ταχύτατα, ένα περιποιημένο γιαούρτωμα;
-Όλη η γιαουρτοβιομηχανία της χώρας, δεν θα έφτανε. Και το τελευταίο κεσεδάκι για μένα.

-Ποιά Ελληνίδα πολιτικός, πρέπει να είναι παντελώς αδιάφορη στις παρέες;
-Δεν κάνω παρέα με πολιτικούς. Από πεποίθηση.

-Ποιόν απεχθάνεστε περισσότερο σ αυτήν τη χώρα και γιατί;
-Δεν αναφέρομαι εύκολα σε φυσικά πρόσωπα. Μ’ ενοχλεί όμως θανάσιμα ο περίφημος “μέσος” άνθρωπος, στον οποίο όλοι ορκίζονται. Δεν υπάρχει απεχθέστερη φιγούρα απ’ αυτόν. Σαν τον Προκρούστη σε τραβάει από τη μιά και σε κόβει από την άλλη, μέχρι να γίνεις κι εσύ “μέσος”.

-Ποιό θεωρείτε το πιό ανόητο απόφθεγμα;
-Το σύνθημα “είτε αλλάζουμε, είτε βουλιάζουμε”. Διότι κανένας μας δεν έχει διάθεση ν’ αλλάξει, ενώ έχουμε ήδη στρογγυλοκάτσει στον βυθό.

-Ποιός πιστεύετε πως είναι ο πιό υπερεκτιμημένος καλλιτέχνης της εποχής μας;
-Δεν ξέρω.

-Σε προηγούμενη ζωή, ποιά λάθη κάνατε και τα πληρώνετε τώρα;
-Κάποιον θα σκότωσα. Και τώρα, με σκοτώνουν τακτικά.

-Στην επόμενη ζωή, ποιός-ά σας αξίζει να είστε;
-Θαρρώ πως σε τούτη τη ζωή, έφτασα στο ανώτατο στάδιο που θα μπορούσα. Το κάρμα μου τελικά, δεν ήταν και πολύ αξιόλογο. Τώρα μάλλον, θα ξαναπάρω την κατηφόρα. Λέω να γίνω ένα μοναχικό ταλαιπωρημένο αλμυρίκι, σε μια απομακρυσμένη παραλία στη νότια Κρήτη. Δίπλα σε κάποιο αρχαίο θεραπευτήριο. Παρέα με Μινωικές σκιές.

-Αν είσασταν ένας ξένος σ αυτήν τη χώρα και σας έδειχναν το Γιώργο Καρατζαφέρη και τον Παναγιώτη Ψωμιάδη, ποιά δουλειά θα ορκιζόσασταν ότι κάνουν;
-Κάνουν ακριβώς, τη δουλειά που τους ταιριάζει.. Δυστυχώς.

-Ποιά πιστεύετε ότι θα είναι η επόμενη μεγάλη ”ΠΑΤΑΤΑ” στο σινεμά;
-Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση, ρε παιδιά.

-Ποιό είναι το αγαπημένο σας τραγούδι;
-Το “Ρώσικα μάτια” του Ορφέα Περίδη. Έχουν μια γοητεία, τα απομεινάρια του υπαρκτού σοσιαλισμού της νεότητας μας.

-Με ποιόν δε θα πηγαίνατε -λόγω βαρεμάρας- ούτε στον Παράδεισο;
-Δεν έχω καμιά θέση στον παράδεισο τους. Τι να πω με όλους αυτούς, που μια ζωή ολόκληρη, δεν κατάφεραν ούτε μια αμαρτία της προκοπής να κάνουν;

-Ποιός βραδυνός παρουσιαστής, κάνει μόνο… μεσημεριανές ερωτήσεις;
-Άϊντε πάλι με τους συναδέλφους… Δε λέω. Υπάρχει πάντως.

-Σε ποιό πολιτικό πρόσωπο, δε θα εμπιστευόσασταν τα κλειδιά του σπιτιού σας;
-Σε όλους θα τα έδινα. Δεν κλέβουν βιβλία αυτοί. Κι εγώ μόνο βιβλία έχω στο σπίτι μου.

-Με ποιόν-ά ηθοποιό, γελάτε περισσότερο, όταν παίζει δραματικούς ρόλους;
-Δε μού έρχεται κάποιος στο νου.

-Ποιός πιστεύετε πως είναι ο πιό συχνός εφιάλτης του Αντ. Σαμαρά και ποιόν έχει πρωταγωνιστή ;
-Οι χειρότεροι και πιο θανατηφόροι εφιάλτες των πολιτικών, είναι αυτοί που εμφανίζονται ξαφνικά από τη γωνιά, χωρίς να τους ξέρουν. Σάματις ο Κραμανλής, είχε δει ποτέ τον Εφραίμ στον ύπνο του;

-Γιατί στην τηλεόραση όλοι μαγειρεύουν;
-Έλα ντε. Τη μισή ώρα μαγειρεύουν για να μας παχύνουν και την υπόλοιπη μισή γυμνάζονται για να μας αδυνατίσουν. Μυστήρια χούγια.

-Ποιό εμβόλιο, κατά τη γνώμη σας χρειαζόμαστε οι Ελληνες;
-Εμβόλιο κατά της μαλάκυνσης του εγκεφάλου δεν υπάρχει. Είμαστε κοινωνία, με προϊούσα εκφυλιστική τάση. Το άλλοτε κραταιό έθνος των Ελλήνων, έχει ανεπιστρεπτί μπεί στην τροχιά του γάμου της Μενεγάκη. Αυτοκαταστρεφόμαστε, αλλά με μαγκιά και σε ζωντανή σύνδεση. Ωραίοι είμαστε…

 

Share on Facebook

Ο Δημήτρης Καμπουράκης διαβάζει … Καμπουράκη

Thursday, January 28th, 2010

 

Σου είχα πει πόσο μου άρεσε ο ‘Άγιος Αγύρτης" του Καμπουράκη! Χτες λοιπόν καταφερα να πάω μέχρι το διπλανό γραφείο από το δικό μου και τον έβαλα να μου διαβάσει αγαπημένα  αποσπάσματα .

Ιδού λοιπόν ο συγγραφέας, συνάδελφος και φίλος Δημήτρης Καμπουράκης!!!

καλή … προβολή!!!

ακου με προσοχή αυτό το τελευταίο απόσπασμα! Άκου το σε παρακαλώ!!!

Share on Facebook

Please visit WP-Admin > Options > Snap Shots and enter the Snap Shots key. How to find your key