Έφηβος, ένα ακόμη Πάσχα στο Διακοφτό. Εκείνη τη χρονιά είχαμε πάει με το σκύλο μας, ένα μποξεράκι τον Τζεφ. Μέναμε για μια ακόμη φορά στο ξενοδοχείο, οικογενειακόν, του κυρίου Μίμη και της κυρά-Ακριβής (φοβερή μαγείρισσα), Στο Διακοφτό περνούσαμε τις καλοκαιρινές και όχι μόνο διακοπές από το 1973. Φτάσαμε Μεγάλη Πέμπτη, την περισσότερη ώρα την πέρναγα εκτός ξενοδοχείου γιατί ο σκύλος ήταν πολύ τζαναμπέτης κι έκλαιγε και φώναζε κι η μάνα μου που δεν ήθελε να ενοχλούμε τους άλλους ενοίκους μου έλεγε: πάρτον και κάντε βόλτες.
Ακόμη και την ώρα του φαγητού ο Τζεφ έκανε σαν κακό, αλλά με άφηναν κι έτρωγα μαζί τους. Το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής, και μετά από πολύ καβγά εγώ τό ‘φαγα το αρτήσιμο (λόγω λαδιού) γιαχνιστό χταποδάκι με φρέσκες τηγανιτές πατάτες. Στο διπλανό τραπέζι μια σεβάσμια φιγούρα μου τράβηξε την προσοχή. Σε όλους μας! Ήταν ο Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής, ο Ποιητής. Με τη γυναίκα του. Έτρωγαν κι αυτοί. Ήρεμοι παρά τα μάτια που καρφωθηκαν απάνω τους. Πήγα καρφί στον κύριο Μίμη – με ήξερε άλλωστε από μπόμπιρα. Είναι; τον ρώτησα. “Είναι” μου απάντησε και μου εξήγησε ότι γνωρίζονταν από τα χρόνια της εξορίας. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι ο γελαστός ταβερνιάρης των παιδικών μου χρόνων είχε περάσει εξορία. Του ζήτησα κάποια στιγμή να μας γνωρίσει, αλλά να περιμένει πρώτα να πάμε μέχρι το βιβλιοπωλείο στο Αίγιο να πάρουμε κάποια βιβλία του να μας τα υπογράψει. Σταθήκαμε τυχεροί στο Αίγιο – βρήκαμε κάμποσα βιβλία με ποιήματα του. Το απόγευμα πριν την ξεκινήσουμε για τον επιτάφιο έγιναν οι συστάσεις και ο μέγιστος αυτός ποιητής μας έπιασε την κουβέντα και με τα καταπληκτικά βυζαντινής τεχνοτροπίας γράμματά του αφιέρωσε βιβλίο στην αδελφή μου κι εμένα. Κι έδώ μπαίνει ο καταλύτης Τζεφ, ο ατίθασος σκύλος! Εξ’ αιτίας του περπάτησα αρκετές ώρες μαζί με τον ποιητή στην παραλία του Διακοφτού, σταθήκαμε στο μικρό ξωκκλήσι, τον Άη-Νικολάκη και τον είδα να μαζεύει πέτρες και θαλασσοδαρμένα ξύλα (που αργότερα έμαθα ότι τα ζωγράφιζε και τα λάξευε). Ήμουν πολύ τυχερός!
!
Πριν από τρία χρόνια, στους κουμπάρους μου στην Πάρο. Μεγάλο Σάββατο πρωί, μόλις είχα σηκωθεί και έφτιαξα τον καφέ μου κοιτώντας την υπέροχη θέα από το βουνό της Παροικιάς. Ωραία μέρα, σε λίγο θα πηγαίναμε με τον Γιάννη να πάρουμε το αρνί και τα συναφή και το μεσημέρι όλη η παρέα για ούζα (επίσης με τα δικά του συναφή). Ξαφνικά χτυπάει το κινητό και βλέπω νούμερο από τη δουλειά. Ήταν η Άρση κι έκλαιγε. Μετά δάκρυσα κι εγώ. Ο φίλος μας ο Τίτος είχε λυγίσει, σε νοσοκομείο του Λονδίνου. Για μας Πίκρα. Για τον Αντωνάκη και την Αλεξάνδρα του, Φρίκη. Τους σκέφτομαι πολύ πιο συχνά απ’ ότι επικοινωνώ μαζί τους. Δε θυμάμαι τη μέρα όμως όποτε και να πέφτει το Πάσχα η σκληρή αυτή ανάμνηση πάντα έρχεται στο νου μου αυτές τις μέρες.
Οι απόντες είναι πάντα στο μυαλό μας, γιατί όμως είναι περισσότερο παρόντες αυτές τις μέρες? Δεν μπορώ να το εξηγήσω, δεν έχω τόση θρησκευτική πίστη για να το αποδώσω εκεί …
Πάσχα στο Πήλιο, Άφησσος. Οικογενειακώς παρέα με τους οικογενειακούς φίλους Αλέκα και Γιάννη και τα παιδιά τους, το Χάρη και τον Κυριάκο. Ο πατέρας μου και ο κύριος Γιάννης πέρασαν εκατομμύρια ώρες μπροστά στον παλιό μαρμάρινο νεροχύτη όλο το μεγάλο Σάββατο με αφορμή να πλύνουν τα αντεράκια για το κοκορέτσι και τη μαγειρίτσα. Τα χάχανα από το χαβαλέ τους ηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου. Το τι ανέκδοτο και σόκιν υπονοούμενα και τρανταχτά γέλια, χαμός.
Στην Πάρο πάλι, πριν από κανά δυο-χρόνια φάγαμε μαγειρίτσα με μανιτάρια γιατί η οικολόγα κουμπάρα κάπου είχε δει τη συνταγή και όντως ήταν υπέροχη! Βεβαίως εμείς οι ασεβείς κανίβαλοι κάναμε και κάτι γαρδουμπάκια στο γκριλ για να λιγδώσει τ’ αντερό μας. Ωστόσο στο ίδιο τραπέζι φάγαμε σπιτικό παστουρμά που είχε φτιάξει ο Γιάννης , άλλο να σου λέω κι άλλο να μυρίζεις τα τσισάκια σου!!!
Να περάσουμε καλά όλοι και να γυρίσουμε όλοι!
