μια από τις μεγάλες μου αγάπες (μπορείς να βάλεις και τη λέξη "κολλημάρες" – δε θα τρέξει τίποτα) είναι το γυαλί ως υλικό διαφόρων άχρηστων (κυρίως) και χρήσιμων πραγμάτων. Αυτό το πρασινωπό χρώμα που βλέπω κοιτώντας ένα κομμάτι τζάμι στην ακμή του, δεν ξέρω πώς να το πω αλλά αισθητικά μου προσφέρει μια τρομερή ικανοποίηση.
Το κλασικό μπουκάλι της κόκα κόλα ας πούμε, άμα το κοιτάξεις υπό γωνία βγάζει αυτή την πρασινωπή μαγκιά. Ομοίως τα καφέ μπουκάλια μπύρας (δε δίνουν πράσινο αυτά) μ’ αρέσουν περισσότερο από την ίδια τη μπύρα. ‘Εχει τύχει να δεις τα παλιά καφέ (σκούρα-σχεδόν αδιαφανή) μπουκαλια που είχαν οι φαρμακοποιοί? (εγώ χρησιμοποιούσα τέτοια για να φυλάω τα υγρά εμφάνισης φωτογραφιών που δεν έπρεπε να τα "χτυπάει" το φως).
Τα βιτρώ, έχεις παρατηρήσει τα χρωματιστά κομμάτια γυαλιού που ενώνονται με μολύβι και καλάι και φτιάχνουν από κιτσαρίες μέχρι κομψοτεχνήματα? Ξέρεις ότι το κόκκινο γυαλί είναι το πιο ακριβό γιατί για να πετύχει το σωστό κόκκινο μέσα στο μείγμα πρέπει να προστεθεί χρυσός?
Αν και είναι παγωμένο όταν το πιάνεις εγώ το γυαλί το θεωρώ από τα πολύ ζεστά υλικά γιατί είναι τόσο εύπλαστο και παραλληλα έχει έναν άκαμπτο εγωισμό. Μπορεί να γίνει τα πάντα αλλά μετά θα είναι πάντα έτσι. Αλλιώς κάνει ένα κρακ και τέλος! Μπορεί να μείνει πάντα έτσι; όχι όχι! έχεις δει / μαζέψει από την παραλία κομματάκια γυαλιού που τα έχει λιανίσει το κύμα κι έχουν γίνει αδιαφανή, σαγρέ και με στρογγυλεμένες άκρες? Μικρά κοσμήματα! Οι παραλίες του Πηλίου έχουν βότσαλα που μοιάζουν με γυαλάκια που τα σμίλεψε το κύμα!
Όταν ήμουν στην τρίτη Γυμνασίου, η φίλη μου η Βάνα είχε ξεκινήσει μια μικρή βιοτεχνία με υαλογραφίες με τουριστικά θέματα. Σε ένα δώμα με τζαμαρίες Αλκυόνης και Πρωτέως, με φοβερή θέα, την εποχή που τα κλιματιστικά ή δε τα χρειαζόμασταν ή δεν ήταν τελικά και τόσο απαραίτητα όσο νομίζουμε σήμερα! Τέλος πάντων. Αρχισα κι εγώ να κάνω δικά μου τζαμάκια, τα ψευδοβιτρώ. Με ένα σωληνάριο που έβγαζε μια πάστα για να κάνεις τα περιγράμματα και μετά τα γέμιζες με ειδική μπογιά (ένα σκασμό λεφτά στο Art & Hobby, Πραξιτέλους) και νέφτια και να προσέχεις να μην κάνουν γραμμές και πατημένες πινελιές για να είναι όμορφα. Εφτιαχνα λοιπόν τζάμια (έτσι τά λεγε η μαμά μου) και μετά έβαζα τη μαμά μου να φέρνει τις φίλες της στο σπίτι και τα πουλούσα και έβγαζα χαρτζιλίκι. Τα τζάμια τα έπαιρνα από του Ιορδανίδη, και μετά από ένα εργοστάσιο που ήξερε ο συγχωρεμένος ο θείος Τάκης μου έδινε τζάμπα τα ρετάλια. Πήρα κόπτες κι έφτιαχνα τις διαστάσεις που ήθελα, κι όλο κοβόμουνα και γενικώς … χαμός! Σήμερα έχω φυλαξει μερικά κι έχω κορνιζάρει δύο παιδικά σχέδια και τα έχω στο δωμάτιο των παιδιών.
Στο Πόρτο Μπέλο βρήκα κάτι μπουκάλια που μοιάζουν με βότσαλα που τά ‘δειρε το κύμα. Μάλιστα ένα έχει στο λαιμό μια τσάκιση και μια μπίλια από γυαλί για έλεγχο της ροής. Ποιος ξέρει τι να είχε μέσα όταν ήταν νέο!
Όταν πήγα στο Μουράνο, το νησάκι απέναντι από τη Βενετία, αφού αναλωσα τον ελάχιστο δυνατό χρόνο στα "σόου" των εργοστασίων που φτιάχνουν τα κιτσάτα ψαρακια,παπακια ,αλογάκια και λοιπά παπαράκια σηκώθηκα κι έφυγα από την ξενάγηση κι άφησα τον εαυτό μου να παρασυρθεί σε στενάκια, γεφύρια μέχρι που έπεσα πάνω στο λιγότερο τουριστικό μαγαζάκι με γυαλιά μουράνο. Εκεί με όρους πιστού, βρέθηκα στο ναό του ιερού γυαλιού. Ο παππούς που είχε το μαγαζί ούτε μου μίλησε όσο χάζευα μοναδικά κομψοτεχνήματα από γυαλί. Τα περισσότερα δεν τα πουλούσε – δεν είχαν τιμή απάνω. Αλλά κι αυτά που πουλούσε δεν υπήρχαν πουθενά στο νησί, ούτε και στα μουρανομάγαζα, απεναντι, στη Βενετία. Είχα μαγευτεί. Τόν ρώτησα αν μπορώ να φωτογραφίσω μερικά γιατί μου άρεσαν πολύ και μου άνοιξε τις βιτρίνες για να μην κάνει ανακλάσεις το φλας. Κάποια στιγμή σταμάτησα να φωτογραφίζω/ είπα ότι είναι καλύτερο να τα θυμάμαι. Ο παππούς μου έπιασε την κουβέντα. Του άρεσε που ήμουν τόση ώρα στο μαγαζί του – έτσι μου είπε. "συνήθως οι επισκέπτες ή δεν μπαίνουν καθόλου – αν φτάσουν μέχρι εδώ- ή μπαίνουν βλέπουν ότι δεν έχω αυτά που τους αρέσουν και φεύγουν. Εσύ πώς κόλλησες τόση ώρα εδώ"? Τού είπα πάνω κάτω αυτά που σου εξιστορώ τόσες αράδες και τότε ο παπούς άρχισε να μου λέει την ιστορία του: πώς είχε ξεκινήσει από μικρός να δουλεύει στα εργαστήρια του νησιού, πώς από τότε μάζευε σε κουτάκια τα θραύσματα των γυαλιών που πετουσαν από τα έργα που έφτιαχναν (πριν τα μαζέψουν για να τα ξαναλιώσουν), πώς καιγόταν στην αρχή με τα εργαλεία, πώς πήραν μπροστά τα χέρια του, πώς χάλασαν τα μάτια του από το καυτό γυαλί και τη λάμψη του όταν πλησίαζε για να φτιάξει κάποια λεπτομέρια … μού λεγε για τη γυναίκα του, τα παιδιά του που δεν ήθελαν να ακουλουθήσουν την τέχνη του "και καλά έκαναν γιατί αν δεν το αγαπάς κάτι δεν το κάνεις καλά και το γυαλί θέλει αγάπη", μού ‘λεγε πολύ ώρα. έφτιαξε εσπρέσο και συνεχίσαμε το κουβεντολόι. Με ρώτησε με τι ασχολούμαι, από πού είμαι, γιατί έμαθα ιταλικά, τι σκέφομαι να κάνω και στο τέλος πριν φύγω – γιατί έπρεπε να προλάβω το τελευταίο πλοιάριο για Βενετία μου είπε συνωμοτικά: έλα να σου δείξω κάτι! έσκυψε κι ανοιξε ένα μικρό χρηματοκιβώτιο που είχε κάτω από τον πάγκο κι έβγαλε ένα κουτί σαν από πούρα αλλά με κλειδαριά. Έβγαλε το κλειδί από την τσέπη του γιλέκου που φορούσε, ξεκλείδωσε και το άνοιξε! Ένα μαύρο βελούδο σκέπαζε το περιεχόμενο: 6 μικρά βαζάκια με πλατιά βάση και πολύ ψηλό λαιμό σε 6 διαφορετικές αποχρώσεις του κόκκινου, όμως μέσα είχαν κι από μια άσπρη ρίγα. Πίστεψέ με ήταν το "holly graal" της υαλουργίας. Μου είπε ότι είναι από "κείνα" τα παλιά γυαλιά της νιότης του και ό,τι πολύ σπάνια τα δείχνει και μόνο σε όσους αγαπάνε το γυαλί. Μεγάλο παρασημο. Προφανώς και δεν τα φωτογράφησα. Τα έχω όμως ανεξήτιλα στο μυαλό μου. Έβαλε ένα γάντι από τσόχα κι έπιασε ένα και το σήκωσε στον ήλιο για να μου δείξει τους ιριδισμούς του γυαλιού. Μαγεία!
Χρόνια μετά από το ταξίδι μου στο Μουράνο, πέτυχα στην Τυνησία γυρολόγους που με ένα καμινέτο σωλήνες από πυρίμαχο γυαλί και μια λαβίδα έφτιαχναν λυχνάρια κι άλλα τουριστικής τέρψης υαλουργήματα μινιατούρες σε αστείες τιμές και φυσικά πήρα μερικά – δεν έμεινε ούτε ένα (μόνο το καπάκι από ενα μπουκαλάκι για άρωμα) από το σεισμό του ’99. Τον θυμάμαι όμως κι αυτόν πως χαράμιζε μια τέχνη μαγική, πώς φυσούσε το γυαλί, πώς του έβαζε λίγη άμμο και το ξανατύλιγε στη φλόγα για να πάρει χρώμα. Τον θυμάμαι με νοσταλγία. Οκλαδόν στο ύπαιθρο.
Share on Facebook