
Share on Facebook
Προδημοσίευση Απόσπασμα από το κεφάλαιο 26
Η Μπέττυ είναι πολύ επικίνδυνο άτομο τρείς μήνες από τότε πού ’φυγα από τό σπίτι καί χωρίσαμε χτύπησε ένα βράδυ τό κουδούνι στή Βικτώρια τής άνοιξε ο γέρος μου καί τού ζήτησε νά μέ περιμένει εκεί είχα πάει γιά φλιμπεράκια στήν 3ης Σεπτεμβρίου καμμιά ώρα όπου νά ’ναι κ’ έρχομαι—καμώθηκε η καριόλα ότι πονούσε τό στομάχι της ψιλοδιπλώθηκε στόν καναπέ καί τού κλαψούρισε νά πάει κάτω στήν Έβγα νά τής πάρει ένα γιαούρτι κι αυτός που κάπου τή συμπαθούσε καί τή λυπήθηκε κατέβηκε στήν Έβγα μά όταν ανέβηκε η Μπέττυ είχε χαθεί—θά ’φυγε σκέφτηκε ο γέρος μου κ’ έφαγε τό γιαούρτι. Όταν γύρισα μουρμουρίζοντας κάτι στό κεφάλι μου καβλωμένος νά κάτσω στό γραφείο μου νά γράψω είπε ο γέρος μου ήρθε η Μπέττυ άλλά έφυγε ξαφνικά πρίν πέντε λεπτά καί κατέβηκα σφυρί στόν δρόμο νά τήν ψάξω γύρισα τήν πλατεία πήδηξα τρία τρία τά σκαλιά στόν υπόγειο τής Βικτώρια αλλά τίποτα πήρα ένα γύρω τά στενά βλαστημώντας κ’ έπειτα άντε γαμήσου γύρισα σπίτι γιατί έπιασε νά ψιχαλίζει.
Μέσα στό ασσανσέρ μ’ έπιασε μιά ανησυχία δέ γούσταρα καθόλου αυτή τήν ιστορία θέλω γιαούρτι καί εξαφανίζομαι καί πάτησα στή συνέχεια τό κουμπί γιά τελευταίο όροφο καί γιά ταράτσα καλά ο πούστης καί πολύ ένστικτο.
Στήν ταράτσα ήταν σκοτεινά φυσούσε λίγο πλαγιαστές ψιχάλες τριγύρισα τίς γωνιές έφαγα ένα σύρμα τής μπουγάδας στό μάτι καί τελικά τήν βρήκα χάμω κουρνιασμένη σέ μιά λιμνούλα νερά πίσω απ’ τό πλυσταριό. Δίπλα της ήταν πεταμμένα καμμιά εικοσαριά κουτιά άσπιρίνες όλα ανοιχτά καί άδεια κι όλο τό σκηνικό καί η κατάσταση μέ γρήγορη εκτίμηση πρός τήν πουτσίσαμε.
Σκέφτομαι γρήγορα….Πέταξε τίς ασπιρίνες στόν δρόμο καί τό παίζει η κουφάλα…δέν μού κόλλαγε γιατί δέν τό ’χε σίγουρο ότι γυρίζω σέ πέντε λεπτά καί τή βρίσκω κρυμμένη στήν ταράτσα καί τή σώζω καί ύστερα χεσμένος απ’ τό φόβο μαζεύομαι πάλι σπιτάκι μας. Τέρμα η γκόμενα θέλει νά πεθάνει κανονικά—καριόλα όπως ήταν πάντα γουστάρει νά πεθάνει στήν ταράτσα μου δυό πατώματα πιό πάνω νά ’χω τό λείψανο της στό κεφάλι μου νά μέ πλακώνει μιά ζωή. Θά τήν πλακώσω κ’ εγώ τώρα στίς κλωτσιές τήν κουφάλα νά τήν αποτελειώσω γιατί τής φώναζα καί τήν ταρακουνούσα άλλά δέν έπαιρνε πρέφα.
Τήν έχωσα σέρνοντας στό ασσανσέρ καί τήν κατέβασα στόν δρόμο όλος ζοχάδα—δέ θά σού κάνω γώ τή χάρη ξεκωλιάρα θά πεθάνεις κωλόγρια στό γηροκομείο από χεσμένα γηρατειά—κι από ταξί νέκρα. Δρόμο γιά τό Πρώτων Βοηθειών ένάμισυ χιλιόμετρο πιό κάτω πρός Ομόνοια πότε αγκαλιά απ’ τή μέση πότε κρεμασμένη στόν ώμο μου στή Μάρνης φύγαν τά γοβάκια της ξέπεφτε πάνω στό βρεμμένο πεζοδρόμιο τήνε σήκωνα καί παρακάτω γλιστρούσαμε παρέα καί τήν ξαπλώναμε κ᾽ οι λιγοστοί καί βιαστικοί απ’ τή βροχή μάς πέρναγαν γιά μεθυσμένους σκέτο νούμερο μέ τσακισμένη μέση καί τήν ψυχή στό στόμα νά τήν προλάβω.
Στό Πρώτων Βοηθειών τής κάνανε πλύση στομάχου κάπνισα δέκα τσιγάρα μού είπανε ευτυχώς δέν είχε χωνέψει γιά καλά τίς ασπιρίνες ήρθε κ’ ένας μπάτσος νά πάρει κατάθεση εγκληματική ενέργεια καί τά τέτοια βαριότανε όμως πολύ καί μάς ξαπόστειλε βρήκα καί ταξί—στόν δρόμο έψαχνε τό χέρι μου—καί τήν άδειασα στό πατρικό της στό Κουκάκι δέν μπορούσε νά περπατήσει όμως καί χτύπησα τό κουδούνι. Άνοιξε την πόρτα τής αυλής ο πατέρας της κάτι φώναξε μετά στή μητέρα της αυτή έτρεξε γλίστρησε στή βρεμμένη αυλή έπεσε στά πλακάκια χτύπησε στόν γοφό άφησα κ’ εγώ τήν Μπέττυ στά χέρια τού γέρου της καί σήκωσα τήν άλλη που βογκούσε. Μετά τή γδύσανε τής φόρεσαν μιά άσπρη νυχτικιά μέ μπροντερί στό ντεκολτέ χρώμα χλωμό ασσορτί τής μάπας της—τήν ξάπλωσαν στό κρεββάτι καί μού ’παν θέλει νά σού μιλήσει μπήκα μέσα καί κάθησα άκρη στό κρεββάτι.—Πώς είσαι μέ ρώτησε—μιά χαρά εσύ πώς είσαι;—Κρυώνω λίγο—μούσκεψες στήν ταράτσα καί θ’ άρπαξες κανένα κρυολόγημα….—Θά ’ρθείς αύριο νά μέ δείς; Τί νά τής πείς τώρα μέ τέτοιο γερό οπλοστάσιο που τήν είχανε πλουτίσει τά είκοσι κουτιά ασπιρίνες καί η πλύση τού στομάχου πώς νά τά βγάλεις πέρα—…νά φάμε καί παρέα; Ξέρω καί μετά νά πάμε σπίτι μας νά ξεσκιστούμε στά γαμήσια καί κάτσε νά κοιμηθείς εδώ που χουχουλιάζουμε ωραία—φεύγεις αύριο τό γνωστό σκηνικό.
—Κοιμήσου τώρα καί τά λέμε αύριο έχω καί τό ταξί που περιμένει.—λεφτά έχεις;—έχω καί σηκώθηκα—Φιλί;…Καλά έπρεπε νά τήν αφήσω νά ψοφήσει στήν ταράτσα τή φίλησα καί λίγο πρίν βγώ απ’ τήν πόρτα άκουσα—κουρκουμπινάκι!…γύρισα ήρθα κι ακούμπησα στά κάγκελα του κρεββατιού της.—Τί ’ναι πάλι;
—Νά ξέρεις ότι θά τό ξανακάνω.
Μετά από τρείς ώρες μπήκα σπίτι κι ο γέρος μου διάβαζε στό σαλόνι—τήν βρήκες; ρώτησε—τήν βρήκα όλα καλά μόνο νά σού πώ κάτι άλλη φορά άν σέ στείλει καμμιά γκόμενα νά τής πάρεις γιαούρτι σέ παρακαλώ μήν τό κάνεις.—Γιατί τί έγινε;
—Έγινε γέρο μου ότι τό γιαούρτι σκοτώνει.
Το βιβλίο του Νίκου Νικολαϊδη "Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα" θα ξεκινήσει το ταξίδι του από τα βιβλιοπωλεία περίπου στα τέλη Ιανουαρίου. Μέχρι τότε, πού ξέρετε μπορεί να διαβάσετε και κάτι ακόμη στα blogs!
Share on Facebook
“Όλες οι βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από την πρώτη … σαν την πρώτη αγάπη,
γράφει ο Νίκος Νικολαΐδης στο Μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα. Σ’ αυτή την ύστατη πνευματική του μαρτυρία μυθιστοριογραφεί, με το ιδιότυπο ύφος του, για μια τελευταία φορά έντονα και άμεσα τη γενιά του. Ο δεκαπεντάχρονος αφηγητής του μυθιστορήματος καταγράφει την Αθήνα και τις μεταπολεμικές δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα με μια ψύχραιμη, σαρκαστική, προκλητική αλλά και ταυτόχρονα ιδιαίτερα νοσταλγική και ευαίσθητη ματιά. Η ανήσυχη διαδρομή του, κάτω από ροκ εν ρολ και τζαζ ήχους, είναι μία αποκαλυπτική αναζήτηση, γεμάτη αγάπη, συντροφικότητα, περιπέτειες και έρωτα, η οποία όμως οδηγεί σχεδόν μοιραία σε χαμένες ελπίδες, εκρήξεις οργής και ατελείωτες απογοητεύσεις. Ο Νίκος Νικολαΐδης κατανοεί απόλυτα το πόσο αδυσώπητα μας “τιμωρεί” ο χρόνος και το πόσο αμείλικτα η ζωή μάς οδηγεί σε άλλους δρόμους, αλλά ταυτόχρονα υμνεί το αναλλοίωτο των πρώτων μας ονείρων και τη συνέπεια όσων αρνούνται να εγκλωβιστούν στα “όρια” του συστήματος.
Αυτά λέει το δελτίο τύπου. Διάβασε τώρα παρακάτω το πρώτο κεφάλαιο (είχε δημοσιευθεί στην ATHENS VOICE) και που ξέρεις ίσως αύριο-μεθαύριο διαβάσεις περισσότερο Νίκο Νικολαϊδη στα blogs όπως άλλωστε είχε ζητήσει ο ίδιος, πριν από την επίσημη κυκλοφορία του βιβλίου του!
1
Όλες οί βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από τήν πρώτη.
Ήταν ή εποχή που είχαμε άφθονο ρόκ ν’ ρόλλ, ελάχιστο σεξ καί καθόλου ναρκωτικά.
Πάρ’ όλ’ αυτά νομίζω ότι δέν τά πήγαμε καί τόσο άσχημα.
Κατέβαινα κουτρουβαλώντας τή μεγάλη χωμάτινη κατηφόρα πλάϊ στά Τουρκοβούνια καί πίσω μου λαχάνιαζε ή Μπέττυ καί γκρεμοτσακιζότανε πάνω στίς ψηλοτάκουνες γόβες της γκρί σουρί σουέτ.
Μόλις είχα ρίξει μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα καί χρυσαφένιος κ’ ελαφρύς σάν τόν Ντόν ντέ λ’ Όρο μέ βίτσιζε στό πρόσωπο τό τέλος τού Νοέμβρη καί όλα αυτά γιατί μόλις είχα ρίξει ένα γερό γαμήσι στή Μπέττυ που έβριζε πίσω μου γιατί είχε μπλεχτεί σέ κάτι πικραγγουριές δίπλα στό ρέμα.
Αφήσαμε στό πλάι τά παραπήγματα τού Πολυγώνου καί πήραμε τόν μαλακό δρόμο γιά τό λοφάκι τού Γκύζη νά πέσουμε έτσι στήν αλάνα δίπλα στό Πάρκο πίσω απ’ τήν παράγκα τής Λήθης τέσσερα αναχώματα μετά κ’ έξω απ’ τή μικρή αυλή τής Μόλλυ.
_________________ Τίς Κυριακές ή Μόλλυ φορούσε κάτι πουλοβεράκια ανγκορά πότε ένα ρουμπινί καί πότε ένα πράσινο αχνό σέ χρώμα ραδιοφωνάκι βακελίτη που τάραζε καί ξεσήκωνε ένα πετάρισμα στό στομάχι μου κι αυτή που τό καταλάβε τίς Κυριακές φορούσε πάντα τό πράσινο.
Θά ’πρεπε τό θέμα νά μέ ψυλλιάσει αλλά ή Μόλλυ ήτανε καλό παιδί κ᾽ ή Μπέττυ σταθερό γαμήσι έστω κι άν μού ’ριχνε τέσσερα χρόνια καί τό ’παιζε μπεμπέκα κ᾽ εγώ ήμουνα στά δεκαπέντε κ’ ήθελα δράση κι όχι χεράκι χεράκι μέ τή Μόλλυ στόν Λυκαβηττό καί τί ’ναι ό έρωτας ασπασμός τών αγγέλων πρός τ’ άστρα.
Έπειτα ή Μπέττυ ήτανε μιά χαρά γκόμενα. Άδειαζε παγόνερα στό καταχείμωνο πάνω στά βυζιά της νά τά κρατάει σφιχτά μέ ρόζ ρογούλες μυτούλα ρετρουσέ μακριά κανιά ψηλόκωλη αλλά ήτανε καί πολύ ζηλιάρα ή καριόλα. Μέ χαρτζηλίκωνε όμως καλά καί τρώγαμε συχνά τά μεσημέρια μετά τό σχολείο μου στό Αχαΐα-Κλάους σωστός νομίζω.
Πρίν ένα μήνα μού ’φερε δυό γυμνές φωτογραφίες της νά τραβάω μαλακία κι αυτό μέ συγκίνησε πολύ. Τίς έκρυψα κάτω από τό στρώμα μου καί πρώτη φορά όλα καλά. Τή δεύτερη εκεί που τόν έπαιζα έπιασα κάτι που δέν γούσταρα. Ήτανε σέ μία πόζα καθιστή στήν άμμο μέ πόδια ανοιχτά καί τό μουνί της πιάτο στό φακό κ’ εντάξει αυτό τό ’κανε γιά πάρτη μου αλλά τό σούπερ καβλωμένο ύφος στή μάπα της τί ρόλο έπαιζε;—στόμα μισάνοιχτο χείλη χαλαρά κι απέξω νά κρέμεται ή γλώσσα παράλυτη λειρί ψόφιο θολό τό βλέμμα καί μάτια σκέτη βλεφαρόπτωση σά νά ’χε φάει ροπαλιά στό κρανίο τό μουνόπανο—δευτερόλεπτα πρίν τή φωτογραφία ό τύπος πίσω απ’ τόν φακό τής τόν κάρφωνε στά σίγουρα.
Τότε ξύπνησε μέσα μου ένα δεκαπεντάχρονο κυνικό καθήκι σέ δυό επιλογές νά τή σουτάριζα αφού τήν πλάκωνα καί τήν έκανα ίσα μ’ ένα άλογο αλλά πάλι σέ καμμιά κουφάλα θά ’πεφτα μέ νούμερα τρελλά κι άντε νά βρείς τό στέντυ πήδημα στίς μέρες μας ή νά συνέχιζα νά τή γαμώ σά νά μήν τρέχει τίποτα καί νά κυκλοφορώ σέ στύλ—τί έχεις αγόρι μου απόψε;—λίγο θλιμμένος είμαι τίποτα δέν έχω—μά κάτι τρέχει κουρκουμπίνι μου—τίποτα γουστάρω κανά σινεμά κ’ ύστερα μέ ταξί στήν παραλία. Μέ τό ταξί χλώμιαζε κομμάτι αλλά ή καψούρα τήν καπάκωνε.—Κ’ έτσι κ’ έγινε.
Γιατί τελικά τό θέμα είναι νά ξέρεις ότι οί άλλοι δέν τό ξέρουν καί τότε στό φινάλε γίνεται καλό παιχνίδι.
Μερικές μέρες μετά παρέα μέ πολλούς μάγκες τού Πέμπτου τής Τοσίτσα κι άλλους απ’ τή Λεόντειο τό Βαρβάκειο τό Τρίτο από τή Λιοσίων κ’ ένα σωρό μουνάκια απ’ τό Θηλέων τής Νεάπολης γίναμε ένα κουβάρι μέ τούς μπάτσους έξω απ’ τήν Ακαδημία γιά τό Κυπριακό κι όταν τά πράγματα σκούρυναν γιατί πλάκωσαν οί πυροσβεστικές καί τά θωρακισμένα μέ τούς μαύρους τήν πουλέψαμε κανονικά άλλοι γιά Στρέφη καί Λυκαβηττό άλλοι πρός Εθνικό Κήπο γιά μπαλαμούτιασμα καί μπάσκετ στόν Φωκιανό κ᾽ εγώ μέ τή Μπέττυ ξαναμμένοι απ’ τό τρεχαλητό καί τά δακρυγόνα γιά γαμήσι σπίτι μου πάνω στά Τουρκοβούνια.
Τό σπίτι στά Τουρκοβούνια ήταν μιά σκέτη μιζέρια δύο δωμάτια χώλ κουζίνα αποθηκούλα δίπλα κ᾽ έξω απ’ τήν κουζίνα ένας στενός διάδρομος που ’βγαζε στή χέστρα μόνο που ξέχασαν νά τού βάλουν ταβάνι κι όταν έβρεχε κ’ ήθελες νά πάς γιά κατούρημα γινόσουν κώλος. Θέρμανση δέν είχε καί μύριζε παντού πετρέλαιο καθώς πήγαινα βόλτα μιά φορητή θερμάστρα Πίτσος χρώμα σκούρο οινοπνευματί γιά νά ζεστάνει λίγο τό ρημάδι που δέ ζέσταινε κ’ έτσι λιβάνιζα μέ καυσαέριο όλα τά δωμάτια. Κάτω τό μωσαϊκό σέ χρώμα ξέρασε ή γάτα πού ’θελε σπάτουλα νά φύγει ή γκοράτσα κι απέξω μιά τσιμεντένια βεραντούλα κ’ ένα καρακοβούνι κήπο που φύτρωναν μόνο πέτρες καί κάτι γκριζοπράσινες μολόχες.
______________ Τά τελευταία χρόνια μόνιμα μπατίρηδες γιά νά τή βγάλουμε ό γέρος μου ντουμπλάριζε μετά τό κωλουπουργείο του καθηγητής σέ φροντιστήριο καί συχνά έφτανε σέρνοντας αργά στό σπίτι 11 τό βράδυ γι’ αυτό καί τώρα ή Μπέττυ ξάπλωνε ξεσαλωμένη τσίτσιδη κι άνετη πάνω στό κρεββάτι μου.
Όταν τήν πλησίασα σήκωσε μέ αναίδεια τίς ψηλοτάκουνες γάμπες της καί τίς ακούμπησε πάνω στήν κουβέρτα. Μετά τίς ανοιξε σιγά σιγά στήν πόζα τής φωτογραφίας. Χώθηκα μέσα στά πόδια της ακούμπησα τούς αγκώνες μου πάνω στά γόνατά της κ’ έγειρα κοντά της αυτή άνοιξε λίγο ακόμα—καλά οί φωτογραφίες σου είναι υπέροχες. Πονηρό χαμόγελο ή χαζοβιόλα καί—σ’ αρέσουνε κουρκουμπινάκι μου; —άν μ’ αρέσουν λέει σκέτη κάβλα—πόσες μαλακίες έριξες μωρό μου;—πεντέξη—μόνο;—έχουμε καί προπόνηση αγάπη μου…καί πού τίς τράβηξες;…
Ησυχία…Τίς φωτογραφίες πού τίς τράβηξες μήπως στό Λαιμό τής Βουλιαγμένης;…πού τό κατάλαβες;—κατέβαζα αργά τό φερμουάρ μου—καί στίς τράβηξε ποιός;—ένας φίλος μου φωτογράφος—καλά καί σύ δέ ντράπηκες νά τού πετάξεις τό μουνάκι σου στή μάπα;—μά τό ’κανα γιά σένα κουρκουμπίνι μου. Τόν πέταξα κ᾽ εγώ έξω απ’ τ’ άνοιγμα τού φερμουάρ προσέχοντας νά μή τόν στραγκουλίξω κ’ ή Μπέττυ αναστέναξε—καί πώς τόν λένε τόν φίλο σου;—μά τί σημασία έχει γιά σένα τό ’κανα νά μ’ έχεις πάντα κοντά σου…δικό μου είναι αυτό τό σκληρό κουρκουμπινάκι μου—θά μού τό χώσεις;
Μόνο που δέν τής τό ’χωσα εκεί που περίμενε. Τήν άρπαξα απότομα απ’ τή μέση τή γύρισα καί τή σβούριξα μπρούμυτα πάνω στό κρεββάτι νά ᾽ρθεί στά τέσσερα τής έριξα μιά δυνατή στήν πλάτη νά τουρλώσει καί τής τόν έχωσα στόν κώλο.
Γιά πρώτη φορά.
Νομίζω πως κάπως έτσι συνεννοηθήκαμε γιατί δέν έβγαλε μιλιά ή χαμουρίτσα. Κάθησε σά τήν κότα καί τόν έφαγε έκανε μάλιστα καί κάτι απόπειρες νά κουνηθεί αλλά δέν τής βγήκε γιατί πόναγε μέχρι που τής άρχισα κάτι παπαριές ότ’ είναι τάχα τ’ αλογάκι μου καί καλπάζει μέ τή μαλαπέρδα μου μέσα της πάνω απ’ τούς λόφους κάτω σέ πράσινα λειβάδια μέ λιμνούλες νούφαρα καί κάτι κλαίουσες γυρτές στά γεφυράκια-συννεφάκια-τουλπανάκια καί τέτοιες μαλακίες που γουστάρουνε οί γκόμενες καί πέσανε καί κάτι μπάτσες καί μού κουνήθηκε λιγάκι κ’ έχυσα κ’ έχυσε κι αυτή μαζί μου ή έκανε ότι έχυσε στά παπάρια μου.
Μετά άναψα ένα τσιγάρο κι όπως καθόταν γυμνή μαζεμένη καί μπομπολιασμένη απ’ τό κρύο στά κάτω κάγκελα τού κρεββατιού τής εξήγησα τίς νέες υποχρεώσεις της μενάζ δηλαδή δίς τής εβδομάδος που πάει νά πεί σφουγγάρισμα κανά σώβρακο κανά πουκάμισο σίδερο τό δεύτερο μπλού-τζήν μου κανένα καπαμά τό σχετικό γαμήσι κ’ ένα μπλέ κασκόλ μέ κόκκινες ρίγες που ‘χα χτυπήσει στή βιτρίνα τού Μπόν-Τόν….
Σηκώθηκε θυμωμένη κ’ έφυγε μέ σφιγμένα κωλαράκια γιά τό μπάνιο μή τρέξουνε τά φλόκια στά μπούτια της.
Έσβησα τή γόπα μου καί γύρισα μπρούμυτα νά σαπίσω λίγο ώσπου ξύπνησα από μιά φρέσκια μυρωδιά σιδερωμένου ρούχου.
Τό κορίτσι είχε πάρει τό μήνυμα. Άναψα ένα τσιγάρο κι αυτή μύρισε τόν καπνό καί κατάλαβε πως ξύπνησα.
Μπήκε στήν κάμαρά μου κρατώντας ένα βιβλίο.—Τό βρήκα στό μπάνιο είπε σά νά μήν έτρεχε τίποτα—νά σού διαβάσω κάτι κ’ επειδή διάβαζε ωραία τής είπα νά μού ρίξει πρώτα τόν Γουίλλη τόν μαύρο θερμαστή από τό Τζιμπουτί. Περάσαμε έτσι καμμιά δεκαριά ποιήματα μέ μπόλικα τσιγάρα καί λίγα σχόλια κ’ ύστερα ρώτησε ξαφνικά—τί θά κάνουμε απόψε τό βράδυ;—θά μείνω μέσα γιατί έχω νά διαβάσω καί καλά θά κάνεις νά τού δίνεις μή πλακώσει ό γέρος μου—τότε θά μέ πάς μέχρι τή στάση;—Δέ θά σέ πάω μέχρι τή στάση γιατί ’μαι πτώμα—νά ’ρθώ αύριο νά σέ πάρω στό σχόλασμα;—νά ’ρθείς μόνο μή στηθείς έξω απ’ τό σχολείο γιατί σέ παίρνει είδηση όλη ή τάξη καί κρέμονται τά λιγούρια στά παράθυρα—στήν αφετηρία τότε στή γωνία;—Έγινε.
Θά μπορούσες νά ’σαι λίγο πιό καλός μαζί μου μουρμούρισε καδραρισμένη κάτω από τήν κάσα τής πόρτας τυλιγμένη τή μαύρη γυαλιστερή καμπαρντίνα της.—Έγινε είπα καί γύρισα μπρούμυτα καί τήν άφησα νά πάει νά βρεί τήν εξώπορτα.
Όταν είμαι κακός είμαι κακός αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος.
Μόλις το άκουσα ξεβούλωσε η συναχωμένη μου μύτη από τα γέλια οπότε σκέφτηκα ότι αυτά τα θέματα τα μοιράζεσαι, δεν τα κρατάς για τον εαυτούλη σου – άσε που είδα ότι κάνει καλό στο συνάχι και σκέφτομαι να στείλω και στη … χαβούζα να το παρουσιάσει ως τη νέα φρα…γκελιά!
ακούστέ το μέχρι τέλους γιατί υπάρχει … ανατροπή! εκεί άλλωστε πιάνει ως γιατροσόφι!!!
Share on FacebookΜΜΜΜΜώρ’ τι ωραία που περνάμε εδώ στην πόλη. Κι όχι σαν τσ’ άλλις στου χουριό!
Γαμώ την ψωροκωσταινίαση μου μέσα, γαμώ! Κοίτα τι βλέπουν στις πολιτισμένες χώρες του κόσμου και κάνε μια έρευνα στα διάφορα sites κλπ να δεις τι μας περιμένει να δούμε εμείς! Το τίποτα. Σε μια χώρα που αλλάζει χρονιά με τον Φίλιππο Πλιάτσικα (μάλιστα το έβαλαν και σε επανάλψη, μην τυχόν κι είχες ξεχαστεί ότι μπήκε το 08) περιμένει τους Metalica, και ξένει μαλλί περιμένοντας την Κάιλι, τι να περιμένεις!
Αντε πιε ενα φρεντο κι ένα χυμό στο πεζοδρόμιο του Public και πλήρωσέ τα 9,86 ευρά χωρίς να παραπονεθείς που στα έφεραν 15 λεπτά μετά την παραγγελία σου και μη μιλάς!
Ακόμη το βλογκ δεν έχει ξεπεράσει την απώλεια των παλαιοτέρων ποστ και προσπαθεί να ανασυνταχθεί! Ως εκ τούτου παραδίδω και πάλι στη δημόσια χλεύη τα αγαπημένα t-shirt του 2007. Σώθηκαν μόνο οι φωτογραφίες, τα κείμενα πάνε καλιά τους!





.jpg)


Ας ξεκινήσουμε … πληκτικά: το παλιό μπλογκ καταστράφηκε στο "καλημέρα" του 2008. Ο ιατρός Mitron έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά και η επιστήμη έχει όρια! Οπότε ξαναρχίζουμε από την αρχή. Δεν έχασε κι η βενετιά βελόνι (για να μην τρελλαθούμε κιόλας), κάποια καλά σχόλια μπλογκιστών , ε, κι αυτά θα ματαξανάρθουν!
Ας συνεχίσουμε … ευχάριστα: ωω! είστε όλοι τόσο καλοί, ακόμη κι οι κρυόκωλοι, κλαψομούνηδες, τρομπίνες, κακοκγαμημένοι (να ένα από τα παλια ποστ που χάθηκαν), αγάμητοι και λοιποί σπασαρχιδομπανιέρες είστε τόσο … καλοί , όσο διαρκεί η μαγική σκόνη που φτιάχνει το "κλίμα των χριστουγέννων"
Και ας κλείσουμε … κουτσομπολίστικα: το "κλίμα των χριστουγέννων" πέρασε, τό ‘φαγε ο πεινασμένος γάιδαρος! Τα κεφάλια μέσα! Όχι δηλαδή ότι θεωρείται "έξω" το κεφάλι πάνω από τα μελομακάρουνα, την άχνη ζάχαρη και τα σφάγια τα μυρωδικώς μαγερεμένα!
Share on Facebook