Α, ρε Βλάση…

 

ήταν νωρίς το πρωί (14 Οκτωβρίου), ξημερώματα, περίμενα τον Κακαουνάκη που θα ξεκίνουσε την πρωινή του εκπομπή στο Μέγκα όταν χτύπησε το τηλέφωνο κι η αστυνομική συντάκτις του Μέγκα μου είπε: βρέθηκε νεκρός ο Βλάσης Μπονάτσος. Κόκκαλο ο Γιάννης! Πώς να το διασταυρώσεις? Πήρα το κινητό του. Νεκρό. Ο Κακαουνάκης μόλις ήρθε και του τό ΄πα πήρε κι αυτός κάτι τηλέφωνα. Το διασταύρωσε. "Στήστε εκπομπή για να πούμε για το Βλάση, με σεβασμό" μου είπε κι αμέσως αρχίσαμε τα τηλέφωνα. Οι περισσότεροι φίλοι του τό ‘χαν μάθει το μαντάτο και έκλαιγαν στο τηλέφωνο. Μια στενή του φίλη δεν το ήξερε και με παρακαλούσε μην κλείσω το τηλέφωνο, με παρακαλούσε να της μιλάω για να μην πάθει τίποτα: "ηταν ο αδελφός που δεν είχα ποτε" μου έλεγε (γνωριζόμασταν από παλιά), "μην μ’ αφήσεις τώρα μόνη μου κι εσύ"! Τι να πεις σ’ έναν άνθρωπο που σου λέει ότι έχασε τον αδελφό του. Τι σημασία έχει αν δε γεννήθηκαν από την ίδια μάνα. Αφού τον θεωρεί αδελφό, αδελφός είναι. Άσε που μερικές φορές τα "αδέρφια" που διαλέγεις εσύ είναι πιο ουσιαστικά από τα άλλα, τα κανονικά!.

Στη δουλειά μου αντιμετωπίζουμε και τον θάνατο ως περιστατικό. Μέρος της δουλειάς είναι και δεν το λέω κακά. Έτσι είναι. Δεν είναι δυνατόν να γίνεσαι ράκος με κάθε νεκρό που αντιμετωπίζεις ως ρεπόρτερ, όπως κι ο γιατρός! Όταν όμως έχεις ζήσει με το "περιστατικό", έχεις δουλέψει μαζί του, έχεις πλακωθεί κι έχεις χαβαλεδιάσει, έχεις μεθύσει, τότε δεν είσαι αντιμέτωπος με ένα περιστατικό της δουλειάς, αλλά με το θάνατο ένος δικού σου ανθρώπου.

Ο Βλάσης ήταν ο καλύτερος για παρέα και ο χειρότερος για συνεργάτης στην τηλεόραση (κι αυτό γιατί η σχέση του με το χρόνο που είναι χρήμα ήταν σχεδόν … εικαστική – εκεί ο χρονος … αλλού ο Μπονάτσος). Ήταν ένα μεγάλο παιδί που μπορεί να είχε αργήσει 4 ώρες στο γύρισμα και τον περιμεναν όλοι – ακόμη και οι καλεσμένοι με τα μυαλά στα καγκελα. Όταν όμως έσκαγε μύτη, έσκαγε κι εκείνο το χαμόγελο, πέταγε και καμιά από τις ανεπανάληπτες του ατάκες … όλοι χαλαρώναμε. Άρχιζε το γύρισμα, τέλειωνε το γύρισμα, κι άρχιζε ο χαβαλές. Μια φορά θυμάμαι που είχε δει πολλά γυρισμένα μάτια μας είπε: τώρα θα δείτε κουφάλες, θα σας φτιάξω γιατί σας γάμησα σήμερα! Πήρε ένα τηλέφωνο και σε είκοσι λεπτά κατεύθασαν στο γραφείο 2 γκαρσόνια από γνωστή ψαροταβέρνα με της παναγιάς τα μάτια σε θαλασσινη εκδοχή απλωμένα σε δύο δίσκους και πολύ κράσί!

Κλείσαμε λοιπόν 4 χρόνια χωρίς τις καθυστερήσεις, τα γέλια, τα κόλπα του Βλάση.

Αυτά που σού είπα είναι ένα δικό μου μνημόσυνο για κάποιον που νομίζω ότι ήταν πιο σημαντικός από την εικόνα που έφτιαξε για τον εαυτό του.

Ο Βλάσης ανήκε στον Βλάση, τόν έκανε ό,τι ήθελε και νομίζω ότι πέρναγε καλα!

(δες εδώ, στου Μπόσκο, πολύ καλά στοιχεία για τον Καλλιτέχνη Μπονάτσο)

 

Share on Facebook

Leave a Reply