Radio Friday: pain by month

Εδώ και ένα μήνα, όσο δηλαδή έχουμε νέα κυβέρνηση, πονάω. Πονάω αφόρητα. Δεν έχω κοιμηθεί καλά ούτε ένα βράδυ. Προφανώς και δεν φταίει το ΠΑΣΟΚ γι’ αυτό. Δε φταίει ούτε η Νέα Δημοκρατία, νομίζω ότι δεν φταίει εν γένει το πολιτικό μας σύστημα. Οι δικοί μου πόνοι είναι κανονικοί, όχι μεταφορικοί, κι όσο κι αν – προσπαθήσω να – αστειευτώ στο παρόν κείμενο είναι γιατί δεν είναι πρέπον να ουρλιάζω. Πονάει η πλάτη μου, φριχτά. Αισθάνομαι οτι διαπράττω ύβρη, με την αγνή κλασική έννοια του όρου, που μιλάω γι’ αυτόν τον πόνο, που εν τέλει οφείλεται σε κάτι απολύτως περαστικό. όμως πονάω. Προσπαθώ να αποφύγω τα πολλά παυσίπονα γιατί κινδυνεύω να γίνω αντίκτεντ! Πάνω που έκοψα το κάπνισμα, το οποίο ούτε μια στιγμή δε μου χρειάστηκε αυτό το μήνα που πονάω. Νομίζω ότι όπως κι εγώ μερικές φορές, έτσι κι οι τριγύρω μου που είτε με βλέπουν, είτε με ακούν, γελάνε. Είναι εντελώς γελοίο να έχεις έναν τύπο που ένα ολόκληρο μήνα σου λέει: πονάω. Δεν μπορώ να κοιμηθώ καλά, δεν μπορούν να με αγκαλιάσουν καλά, δεν αντέχω ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη – αντιθέτως δε θά’λεγα όχι σε ένα από τα πολλά πισωπλατα μαχαίρια μπας και σταματήσει ο πόνος. Προχθές έφτασα στο σημείο να θέλω να δαγκώσω τη Μαρίνα μου που ήρθε στο κρεβάτι και με κλώτσησε – μέσα στον ύπνο της – στην πλάτη. Πονούσα και μέσα μου κι έξω μου και πονάω ακόμη. Δε μπορώ να συγκεντρωθω, προσπαθώ να το παίξω αδιάφορος αλλά κάθε αλλαγή στάσης του σώματος και κάθε επαφή υφάσματος με την πλάτη μου με κάνει να τινάζομαι σα να έβαλα το χέρι μου σε ενυδρείο με ηλεκτρικά χέλια. Πονάω. Γι’ αυτό κι η "εκπομπή" σήμερα είναι πονεμένη. Και για τα έξω – που μας κάνουν να πονάμε – και για τα μέσα μας!

 

Λες να είναι αντίδραση του σώματος στη διακοπή καπνίσματος? Λες? Κανείς με πτυχίο δεν το επιβεβαιώνει. Λες να είναι "απλώς" εξωτερίσκευση εσωτερικού πόνου, αυτό που λέμε εύκολα "σωματοποίηση" μιας κάποιας βεβαρημένης ψυχολογικής κατάστασης? Έχω βεβαρημένη ψυχολογική κατασταση? Ναι έχω. Είμαι σε τεράστια πίεση. Γιατί? Γι’ αυτά και για ‘κείνα – που δεν είναι της παρούσης. έχω και καταπιεσμένο θυμό. Πολύ θυμό. Για άλλους αλλά και για μένα. Με ποια σειρά? Μάλλον πρέπει να ξεχάσω τους καλούς τρόπους και να με βάλω πρώτο στη σειρά. Το κάνω! Πολύ θυμό πρώτ’ απ’ όλους με εμένα τον ίδιο και για όσα έκανα ή δεν έκανα, ή δεν έκανα τόσο καλά όσο θα ήθελα ή όσο θα ήθελαν οι άλλοι, για όσα δεν μπόρεσα, για όσα δε μ΄ αφησαν κλπ κλπ κλπ. Μετά βάζω και τους "αλλους" στη σειρά που τους αξίζει, αλλά τελικά οι "αλλοι" μπας και βρίσκουν και τα κάνουν – όσα τους καταμαρτυρώ? Έχω πάντως πολύ θυμό να βγάλω ακόμη!

 

Αν ήμουν μουσικός μπορεί να έσπαζα κιθάρες, να βαρούσα ακόρντα, να πηδάω από το ένα μέρος της σκηνής στο άλλο, να φτύνω το κοινό να κάνω πράγματα που έχουν πολιτογραφηθεί ως "κανονικά" για έναν καλλιτεχνη. Για κλείσε τα μάτια και σκέψου να τα κάνεις εσύ, στο μετρό, στο δρόμο κλπ? θα σε μαζέψουν κανονικά με τη λευκή φορεσιά με τα μακριά μανίκια. Δεν το συζητώ. Αν-αξέπταμπλ το πολύ εξ-άιτμεντ!

 

Μοιράστηκα, όπως λέει ο φίλος μου ο Μανώλης το νταουνλόουντιν’, την ηχητική εκδοχή του Γλάρου Ιωνάθαν. Λέω να το βάζω το βράδυ στα αυτιά μου με ακουστικά σαν τα μαθήματα υπνοπαιδείας.

It was morning, and the new sun sparkled gold across the ripples of a gentle sea.

A mile from shore a fishing boat chummed the water, and the word for Breakfast Flock flashed through the air, till a crowd of a thousand seagulls came to dodge and fight for bits of food. It was another busy day beginning.

But way off alone, out by himself beyond boat and shore, Jonathan Livingston Seagull was practicing. A hundred feet in the sky he lowered his webbed feet, lifted his beak, and strained to hold a painful hard twisted curve through his wings. The curve meant that he would fly slowly, and now he slowed until the wind was a whisper in his face, until the ocean stood still beneath him. He narrowed his eyes in fierce concentration, held his breath, forced one … single … more … inch … of … curve …. Then his feathers ruffled, he stalled and fell.

Seagulls, as you know, never falter, never stall. To stall in the air is for them disgraced and it is dishonor.

Ἦταν πρωὶ κι ὁ καινούργιος ἥλιος λαμπύριζε χρυσαφένιος πάνω στοὺς κυματισμοὺς μιᾶς ἤρεμης θάλασσας.

Ἕνα μίλι ἀπ᾿ τὴν ἀκτή, μιὰ ψαρόβαρκα ἔπαιζε μὲ τὸ νερό, καὶ τὸ σύνθημα νὰ μαζευτεῖ τὸ σμῆνος γιὰ πρόγευμα πέρασε σὰν ἀστραπὴ στὸν ἀέρα, καὶ τότε ἕνα σύννεφο ἀπὸ χίλιους γλάρους ᾖρθε νὰ παλέψει πονηρὰ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει κάποια κομμάτια τροφῆς. Ἄρχιζε μιὰ καινούργια μέρα γεμάτη δουλειά. Πολὺ πιὸ πέρα ὅμως, ὁλομόναχος, πετώντας μακριὰ ἀπ᾿ τὴ βάρκα καὶ τὴν ἀκτή, ὁ Ἰωνάθαν Λίβινγκστον Γλάρος συνέχιζε τὶς ἀσκήσεις του. Ἀπὸ ὕψος ἑκατὸ πόδια, ψηλὰ στὸν οὐρανό, χαμήλωσε τὰ παλαμωτά του πόδια, σήκωσε τὸ ράμφος του καὶ πάσχισε νὰ ἐπιβάλει στὰ φτερά του μιὰ ὀδυνηρή, δύσκολη, στριφτὴ καμπύλη. Μιὰ τέτοια καμπύλη τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πετάξει μὲ μικρὴ ταχύτητα καὶ τώρα πετοῦσε ὅλο καὶ πιὸ ἀργὰ ὥσπου ὁ ἄνεμος ἔγινε ἕνα ψιθύρισμα στὸ πρόσωπό του, ὥσπου τὸ πέλαγο στάθηκε ἀκίνητο κάτω. Στένεψε τὰ μάτια του σὲ ἐντατικὴ αὐτοσυγκέντρωση, κράτησε τὴν ἀνάσα του, μὲ δύναμη θέλησε νὰ δώση… ἕνα… ἀκόμα… ἑκατοστό… κλίσης… στὴν καμπύλη. Ὕστερα τὰ φτερά του ζάρωσαν, ἔχασε τὸν ἔλεγχο κι᾿ ἔπεσε.

Οἱ γλάροι, ὅπως ξέρετε, δὲν χάνουν ποτὲ τὴ σταθερότητα, δὲν χάνουν ποτὲ τὸν ἔλεγχό τους. Νὰ χάσουν τὸν ἔλεγχο τῆς πτήσης τους εἶναι γι᾿ αὐτοὺς ντροπή, εἶναι ἐξευτελισμός.

(τα κείμενα είναι από ΕΔΩ)

 

 Σήμερα το βράδυ θα ξαναπαίξω μουσικές που αγαπάω στο  Blackduck, στη Χρήστου Λαδά 9α. Εκεί μπορώ να κάνω την πάπια χωρίς να αισθάνομαι καμία καταπίεση!

Καλό σαββατοκύριακο … και μη χαθούμε!!!

Share on Facebook

Leave a Reply