Περισσότερο κι από την ασχήμια του στυλ που πρεσβεύει το τηλεπαιχνίδι … Big Brother με ενοχλεί ο νικητής της φετινής version.
Δεν με ενοχλεί που αυτός έχει εκατόν τόσα χιλιάρικα μείον τους φόρους κι εγώ δεν τα έχω. Δε με ενοχλεί ούτε το γεγονός ότι η λεβεντογέννα Κρήτη «έριξε τείχη» για να τον υποδεχτεί λες και γύρναγε ο πολεμιστής.
Δε με πειράζει τίποτα από το «τίποτα» που έκανε κι έδειχνε τόσους μήνες μαζί με τα άλλα παιδόπουλα τα έγκλειστα. Δεν μου καίγεται καρφί!
Δε με πειράζει που είναι θέμα σε τηλεοράσεις και περιοδικά επείδή πουλάει! Γιατί να με πειράξει, προϊόν είναι, μόνος του μετέβαλε τον εαυτό του σε προϊόν.
Δε με πείραξε τίποτα! Μη σου πω ότι καμιά φορά που είδα την εκπομπή μου έκανε εντύπωση μια ντομπροσύνη ανάκατη με μια πρέζα πονηράδας και δουλεμένη με την αγαθοσύνη του καλοσυνάτου χωριατόπαιδου.
Δε με ενόχλησε τίποτα λοιπόν . Καλά όχι και τίποτα …

Με ενόχλησε, δηλαδή όχι απλώς με ενόχλησε με έβγαλε από τα ρούχα μου όταν ο νικητής, το κοπέλι μεθυσμένο από τη χαρά και την πρώτη αλλαζονεία από το γεγονός ότι είναι το κέντρο του «κόσμου» (όσων ασχολούνται με το τίποτα) βγήκε και δήλωσε σε μια ερώτηση: Γιάντα να ταξιδέψω, μια χαρά είναι η Αζία Βαρβάρα και η Κρήτη!
Καταλαβαίνεις τι είπε ο παλίκαρος, ο ντελικανής; Είπε ότι αφού ξέρει το χωριό του και την περιοχή στην οποία ανήκει το χωριό του … δεν έχει καμία ανάγκη να ταξιδέψει. Δε γουστάρει να δει και να γνωρίσει τίποτ’ άλλο. Είναι τόσο «ολιγαρκής» μέσα στην ανέμελη άγνοιά του! Δεν τον νοιάζει να βγει παραέξω γιατί προφανώς ό,τι χρειάζεται το έχει στο χωριό του – που τώρα πια αυτός θα αποτελεί το επίκεντρο, θα είναι πρώτη σειρά στην παρέλαση της 25 Μαρτίου, πάνω στην εξέδρα του παπά να πει το Χριστός Ανέστη το Πάσχα κλπ κλπ.
Πριν από χρόνια (δυστυχώς πολλά) σχεδιάζα την καλοκαιρινή μου εξόρμηση σε ένα μέρος του κόσμου που ονειρευόμουν να ταξιδέψω από μικρό παιδί. Στο Περού. Οι συγκυρίες ήταν τέτοιες που ήταν ένα πολύ φτηνό για τα δεδομένα της εποχής ταξίδι! Ένας συνάδελφος, πολιτικός συντάκτης, μου είπε: καλά δε βλέπεις τι αυτοκίνητο οδηγείς που θες Περού. Άντε πάρε ένα καινούριο … Την ίδια ώρα ο συνταξιδιώτης μου και αδελφικός μου φίλος έπαιρνε δάνειο για να μη χάσει την ευκαιρία να ταξιδέψει κι αυτός.
Καταλαβαίνεις γιατί πράγμα μιλάμε; Καταλαβαίνεις γιατί είμαι έξαλλος με το μειράκιον το εκατομμυριούχο … που λέει ότι μια χαρά είναι το χωριό του και ότι δεν έχει ανάγκη να ταξιδέψει!
Δε θέλει κάποιος να γυρίσει και να μυρίσει! Δεν τον ακούμπησε το γονίδιο του «παππού» Οδυσσέα. Δε θέλει να βρέξει τα πόδια του σε άλλες θάλασσες, δε θέλει να δοκιμάσει άλλο κρασί, άλλη ρακή, άλλο ρύζι, άλλο αραποσίτι, άλλη μπύρα. Δε θέλει το μάτι του να καταγράψει άλλα τοπία, άλλα νέφη, άλλους ορεινούς όγκους, άλλου είδους γυναίκες. Δε θέλει να χαθεί και να πρέπει να ζητήσει σε μια γλώσσα που δε γνωρίζει βοήθεια. Θέλει να μείνει ένα καράβι ααα αταξίδευτο, που λέει και το τραγούδι … (θυμάστε όμως τι έπαθε το καράβι αυτό ε!).
Αυτό είναι αγάπη για την πατρίδα; Ή μήπως είναι η έκφραση ενός ακόμη ευνουχισμένου νέου που δεν μπορεί να ζήσει μακριά από τη φούστα – για να διατηρήσω ένα επίπεδο και μην πω τίποτ’ άλλο – της μάνας του. Και τι θα γίνει αυτός ο νέος όταν μεγαλώσει, όταν τώρα που είναι τόσο νέος δείχνει τόσο γερασμένος. Και τι παιδιά θα βγάλει. Και πώς θ’ αντέξει να ζήσει σ’ ένα περιβάλλον που είναι γεμάτο από ταξιδιώτες της ζωής; Και πώς θ’ αντέξουν κι οι άλλοι γύρω του.
Αν πω κάποια ατάκα για τον κρητικό σωβινισμό κινδυνεύω να παρεξηγηθώ. (Για την ιστορία σας λέω ότι κι εγώ από τη λεβεντογέννα κατάγομαι – Μοναστηράκι Αμαρίου). Αν πω καμία ατάκα για την παιδεία που παίρνουν τα παιδιά στην επαρχία θα μου πουν ότι «δεν την λέμε επαρχία, είναι υποτιμητικό, τη λέμε περιφέρεια …
Αν πω ο,τιδήποτε κινδυνεύω να παρεξηγηθώ – είναι και πολύ της μόδας άλλωστε.
Δεν μπορώ όμως να αντέξω την πραγματικότητα. Δε θέλω βρε αδερφέ! Δε γουστάρω με τίποτα τους γεννημένους γέρους. Με φοβίζουν. Σαν τους κυρίους με τα Γκρι στη Μόμο, σαν τους θανατοφάγους που ρουφάνε τη ζωή στο Χάρι Πότερ.