“Την έλεγαν Αννα”, του Κώστα Κυριακόπουλου

Ο Κώστας Κυριακόπουλος είναι φίλος μου και συνάδελφος στην Ελευθεροτυπία. Γνωριζόμαστε από τα χρόνια που και οι δύο στο πεζοδρόμιο κάναμε ρεπορτάζ. Τώρα βγαίνουμε στο πεζοδρόμιο ο καθένας με τη Μαρίνα του, εκείνος με τη "μικρή" κι εγώ με τη "μεγάλη", και τον Αντώνη μου φυσικά.
Ο Κώστας είναι από τους συναδέλφους που σπαράσσονται αυτή την εποχή καθώς η Ελευθεροτυπία είναι από τα δημοσιογραφικά "μαγαζιά" που έχουν απλήρωτους τους εργάτες τους και κινδυνεύουν με λουκέτο.
Εκτός όμως αυτών, ο Κώστας είναι μέλος μιας … περιέργης οργάνωσης (με την καλή έννοια, μην πάει ο νους σου στο κακό) της Ε.Λ.Σ.Α.Λ
Ελληνική Λέσχη Αστυνομικού διηγήματος.

ΤΟ πιο πρόσφατο αστυνομικό διήγημα στο site της ΕΛΣΑΛ είναι το παρακάτω με τον τίτλο "Την έλεγαν Άννα", του Κώστα Κυριακόπουλου:

Την είδε την ώρα που κατηφόριζε τη Μασσαλίας, ντυμένη με εκείνο το χοντρό μπλε μπουφάν, τόσο φουσκωτό που την έκανε να φαίνεται διπλάσια. Ναι, αυτή ήταν, η ίδια γυναίκα που είχε δει δυο μέρες πριν στην παρουσίαση του βιβλίου του Ισίδωρου Καλδή, «Ιδρωμένο καλοκαίρι», στη Στοά του Βιβλίου. Φορούσε το ίδιο πολυκαιρισμένο μπουφάν, με χαραγμένα πάνω του τα σημάδια ενός άλλου. Οι τσέπες ξεχειλωμένες, οι γιακάδες ξεβαμμένοι, τα κουμπιά ίσα ίσα έπιαναν στις κουμπότρυπες. Εκείνο το βράδυ, της βιβλιοπαρουσίασης, περίμενε να τελειώσει η εκδήλωση και όρμησε στο μπουφέ με τους μεζέδες. Πήρε ένα άσπρο πλαστικό πιάτο και το γέμισε με ό,τι χώραγε. Καναπεδάκια με σολομό πασπαλισμένο με άνιθο, αλμυρά σνακς με τυρί φιλαδέλφεια, άλλα με αγγούρι και ντομάτα. Έτρωγε με μεγάλη βουλιμία και στο άσπρο πλαστικό ποτήρι είχε βάλει κόκκινο κρασί, χύμα από ένα οινοποιείο στα Μεσόγεια. Καθόταν σε μια καρέκλα, μερικά τραπέζια μακριά από τους βιβλιόφιλους της παρουσίασης του βιβλίου του Ισίδωρου Καλδή.
Ο συγγραφέας, μόλις τελείωσε και τις τελευταίες χειραψίες, την πλησίασε και προσπάθησε να μάθει το όνομά της, όχι ότι τον ένοιαζε αλλά το έκανε για λόγους δημοσίων σχέσεων. Της συστήθηκε, κι εκείνη του απάντησε ότι την έλεγαν «Άννα». Την ευχαρίστησε κι έφυγε από το τραπέζι της. Μια χειραψία τόσο συνηθισμένη και γρήγορη που έμοιαζε με κατούρημα σε μπαρ μετά από δυο τρεις μπύρες. Εκείνη, την ώρα που έβαζε στο στόμα της το τελευταίο καναπεδάκι με σολομό, του είπε «πρόσεχε τον τίτλο που έχεις βάλει στο βιβλίο σου». Και μετά ήπιε μια γουλιά από το κόκκινο κρασί της και ρεύτηκε χωρίς κανείς να την πάρει χαμπάρι.
Ο συγγραφέας δεν έδωσε σημασία στο χρησμό της άγνωστης γυναίκας με το όνομα «Άννα». Τέλειωσε τις χειραψίες, καληνύχτισε τους δημοσιογράφους, τον εκδότη του και τους παρευρισκόμενους κι έφυγε για το σπίτι του. Ο συγγραφέας ζούσε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην Ιπποκράτους.
Ο αστυνομικός διευθυντής Μάνος Χάρης, ως βιβλιόφιλος που ήταν, είδε τη σκηνή με τη γυναίκα στη βιβλιοπαρουσίαση, αλλά δεν έδωσε σημασία. Άλλωστε ήταν γνωστό το φαινόμενο στην Αθήνα της κρίσης. Άνθρωποι ετοιμόρροποι, από όλες τις απόψεις, κάτωχροι στην πλειονότητά τους, διάβαζαν εφημερίδες και πήγαιναν σε επίσημες εκδηλώσεις για να φάνε. Μόνο και μόνο γι’ αυτό. Υπηρετούσε σε μια καινούργια υπηρεσία. Την «ΜΑΣ», που φτιάχτηκε το Δεκέμβριο του 2011. Τη Μονάδα Αστυνόμευσης Συσσιτίων. Παρ’ όλα αυτά τον ενδιέφεραν τα βιβλία. Ήταν 17 Ιανουαρίου του 2012 όταν έγινε η παρουσίαση του βιβλίου του Ισίδωρου Καλδή και την είχε πρωτοδεί.

Για το υπόλοιπο έργο κάνε κλικ εδώ

Share on Facebook

Leave a Reply