Της Παναγίας ή Την Παναγία μου

Πάσχα του καλοκαιριού αύριο. Δεκαπενταύγουστος, της Μεγαλόχαρης.
Εμένα εδώ και χρόνια μου θυμίζει τη μέρα που πέθανε η γιαγιά μου η Πολυξένη.
Της Παναγίας λοιπόν το θάνατο γιορτάζουμε, τιμούμε μάλλον το δεκαπενταύγουστο.
Νομίζω ότι η πρώτη φορά που φοβήθηκα τον πατέρα μου, όταν ήμουν μικρός, ήταν όταν έφτανε στο σημείο να πει – μέσα από τα δόντια του είν' η αλήθεια – γαμώ την παναγία μου. Τόνιζε ιδιαίτερα το "γία μου"  κι αμέσως σφιγγόταν σαν να φοβόταν κι αυτός που έριχνε καντήλια μην του έρθει καμιά θεϊκή αγιαστούρα κατακούτελα κι έχουμε άλλα ντράβαλα.
Δε θυμάμαι ούτε πότε είπα "παναγιά μου βόηθα", ούτε πότε είπα "την παναγία μου" Γιατί τα έχω πει και τα δύο.
Μεγάλωσα μαθαίνοντας από εκείνα τα μαθήματα που δε στα διδασκει κανείς αλλά τα παρακολουθείς κάθε μέρα, ότι το να βρίσεις τα θεία είναι η μέγιστη έκφραση θυμού οργής κι ένα σαφές μήνυμα στον ακροατή σου ότι είσαι πολύ κοντά στην κόκκινη γραμμή για ακόμη χειρότερα πράγματα.
Μαθαμε – ακόμη κι αν οι γονείς δεν ήταν του εσπερινού κλπ, της εκκλησίας με λίγα λόγια – να βρίζουμε την παναγία λες κι αυτό ήταν το πιο βαρύ που θα μπορούσε να ακούσει ο "αντίπαλος".
Η βρισιά γίνεται πιο βαριά και στα όρια του ασυγχώρητου αν αντί πεις την παναγία μου, εκστομίσεις την παναγία ΣΟΥ.
Γιατί ως κτητικοί τύποι τη δικιά σου κάντην ό,τι θες, μπορεί να το ανεχθεί κάποιος καλόπιστος "αντίπαλος", αλλά τη δική ΤΟΥ, από πού κι ως πού;
Γιατί βρίζουμε κάτι που δεν το πιστεύουμε; Ή μήπως τελικά το πιστεύουμε;
Προσωπικά δεν ξέρω να σου πω. Ξέρω πώς έχω μεγαλώσει, όπως τα περισσότερα αγόρια της ηλικίας μου: που ούτε η μάνα μας ήταν θεούσα αλλά ούτε και άθεη και ο πατέρας που έλλειπε συνεχώς στη δουλειά, ακολουθούσε περισσότερο τύποις παρά ουσιαστικά τα θρησκευτικά καθήκοντα που στα σέβεντις και 'δώθε ήταν λίγο πιο έντονα απ΄ό,τι σήμερα.
Με τη στροφή στο συντηριτισμό που βιώνουμε σήμερα, δεν είμαι και βέβαιος ότι τα θρησκευτικά καθήκοντα δεν είναι και τόσο χαλάρα όσο ίσως φαίνεται!
Μου κάνει εντύπωση τις φορές που θα πάρω ταξί ή θα είμαι στο λεωφορείο όταν δω να σταυροκοπηθούν έξω από τον Αγιο Σώστη στη Συγγρού.
Κάποτε κι εγώ έκανα κάτι σα σταυρό, το σουβλάκι ξέρεις το γρήγορο, οδηγώντας έξω από την Αγία Τριάδα στους Αμπελοκήπους πηγαίνονας στη δουλειά μου. Μπορεί ενδόμυχα να πίστευα ότι "τριάδα" είναι ας τιμήσω μια κι έξω. Μπορεί τώρα να φαίνεται κοροϊδευτικό το γράψιμο όμως τότε που το έκανα, πραγματικά πίστευα ότι απευθύνομαι κάπου.
Σήμερα όχι!

Γιατί μοιράζομαι – share – τις σκέψεις αυτές;
Δεν θέλω να σου πω. Αλλά η αφετηρία δεν είναι φωτεινή. Είναι σκοτεινή, ζοφερή, είναι από εκείνες που σε κάνουν να θέλεις να επικαλεσθείς κάτι.
Πάντα πίστευα ότι αυτοί που έχουν ένα τέτοιο αποκούμπι είναι τυχεροί.

Δεν ξέρω γιατί, αλλά ψάχνοντας να βρω μια εικόνα να εικονογραφήσω αυτές τις σκέψεις μου, μόνο το σπαρακτικό βλέμμα της Ελένης Καστάνη, όπως καταγράφηκε από τον Γιάνναρη στον "Δεκαπενταύγουστο" το 2002 με κάλυψε.
Δεν ξέρω γιατί.
Δεν ξέρω πολλά, αλλά αυτή τη στιγμή αυτό το γιατί είναι το μόνο που με απασχολεί! Γιατί δεν σου έβαζα μια βυζαντινή εικόνα, ένα ξωκλήσι, τον ψωμίαδη στην παναγία Σουμελά;
Δεν ξέρω, κι αυτό έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον …

Καλή Παναγιά
(πριν το πει ο Σαμαράς μου το είπε ο κύριος στον πάγκο της λαϊκής αγοράς την περασμένη Παρασκευή. Το κατάλαβε ότι μου έκανε εντύπωση, αφού το άκουγα για πρώτη φορά, και μου είπε ότι το λένε στο χωριό του στο Πήλιο. Έβαλε την απόδειξη για τα νεκταρίνια και τις βανίλιες στη σακούλα μου τις έδωσε κι έφυγα)
Τι περίμενες, να σε αποχαιρετήσω με βρισιές;

Share on Facebook

Leave a Reply