Πήγα να πάρω τα παδιά από το σχολειό χωρίς πρωθυπουργό, επέστρεψα κι ακόμη δεν έχουμε πρωθυπουργό. Ο Σαμαράς λέει μαλώνει με τα "μωρε παιδιά καημένα" της Συγγρού γιατί τελικώς δε συμφωνούν όλοι στη γαμημένη συναινεση που θα μας "σώσει".
Μη σώσουνε να μας σώσουνε όλοι!
Σε λίγο θα πάω τα παιδιά στο κολυμβητήριο – εκεί να δεις διαπραγματεύσεις κυριε Ολι Ρεν μου, και δεν ξέρω αν μεταξύ κρόουλ, "καντε μπουρμπουλήθρες"και τ’ανάσκελο θα έχει πράιμ η χώρα. Γενικώς είμαστε σε μια σύγχηση.
΄Ετσι μού ‘ρθε στο μυαλό ο "Γερο-δήμος" και ο καθηγητής μου ο κύριος Ρήγας, ένας εμπνευσμένος φιλόλογος που κατάφερε να μάθει αρχαία ακόμη και τους "πεμπτοδεσμίτες" της Κοψαχείλας του 86-87.
Δε θυμάμαι γιατί τώρα πια, αλλά συχνά πυκνά "έφερνε το Γερο-δήμο" στην κουβέντα. Τώρα για γραμματική ήταν, για συντακτικό θα σε γελάσω! Ζητούμενο πάντα είναι η ελπίδα που της κάνουνε "σκουίζ" και τους αφήνουμε! Γι’αυτό σου λέω άλλο ψεύτικο, άλλο κλέφτικο!
Σε καλό μου σήμερα, όλο κάτι τέτοια πάω και θυμάμαι!
"Ο Δήμος και το καριοφύλι του" (κλέφτικο δημοτικο)
Εγέρασα, μωρέ παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τωρ, αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ’ η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα το ‘χυσα, σταλαματιά δε μένει.
Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ το λόγγο
να ‘ναι χλωρό και δροσερό, να ‘ναι ανθούς γεμάτο,
και στρώσε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιος ξέρει απ’ το μνήμα μου τι δένδρο θα φυτρώσει!
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του από κάτω
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε.
Να τραγουδούν τα νιάτα μου και την παλικαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα να μου παίρνουν,
να πλέουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.
Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδριά μου.
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου, μη με κλάψτε.
Τ’ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.
Σταθήτ’ εδώ τριγύρω μου, σταθήτ’ εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.
Κι έν’ από σας το νιώτερο ας ανεβεί τη ράχη,
Ας πάρει το τουφέκι μου, τ’ άξιο μου καριοφύλι.
Κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.
"Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει".
Θ’ αναστενάξ’ η λαγκαδιά, θα να βογγύξει ο βράχος
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ’ αγεράκι του βουνού, όπου περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει θα σβηστεί θα ρίξει τα φτερά του,
για να μη πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει
και τήνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει ο Πίνδος
και λιώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.
Τρέχα, παιδί μου, γλήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω τη βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο σαν νά ‘τανε ζαρκάδι,
ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει
"Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει".
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά, κι έπειτα δευτερώνει.
Στην τρίτη και την ύστερη, τ’ άξο το καριοφύλι
βροντά, μουγκρίζει σαν θεριό, τα σωθικά του ανοίγει,
φεύγει απ’ τα χέρια, σέρνεται στο χώμα λαβωμένο,
πέφτει απ’ του βράχου το γκρεμό, χάνεται, πάει, πάει.
Άκουσ’ ο Δήμος τη βοή μες στο βαθύ τον ύπνο,
τ’ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια…
Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει.
Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη
με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ’ απαντιέται
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβήωνται, πάνε.
Share on Facebook



Νομίζω ότι το παθαίνουν όλοι όσοι πάνε για πρώτη φορά στη Νότια Αμερική. Είναι ένα ταξίδι που δεν τελείωνει όσα χρόνια κι αν περάσουν από την ημερομηνία επιστροφής.










