Archive for January, 2008

“Νύχτες” ραδιοφώνου

Sunday, January 20th, 2008

 Πολλές φορές έχω γράψει (σχολιάζοντας κυρίως post) για το ραδιόφωνο, τους παραγωγούς, τους επιχειρηματίες, την κατάντια του, τα playlist, τους “guru” (τρομάρα να τούς έρθει), τις γυναίκες παραγωγούς που στην πλειοψηφία τους μιλάνε στο μικρόφωνο λες και βρίσκονται λίγο πριν τον οργασμό της ζωής τους, και τους άντρες παραγωγούς που ηδονίζονται ακούγοντας τη μπάσα και με γρέζια φωνή τους (που προφανώς τούς αναγκάζει να κατατάξουν τον εαυτό τους στο νούμερο 1 της κατηγορίας των “μάτσο”).

Προφανώς είναι η γνώμη μου που λέει ότι το ραδιόφωνο είναι σαν ένας πολτός ξινισμένου ομογενοποιημένου γάλακτος που απλώς αναπαράγει ό,τι κυκλοφορεί από τις δισκογραφικές εταιρείες, χωρίς άποψη, χωρίς γωνίες, χωρίς ψυχή.

Μια άποψη που αν συγκριθεί με τις μετρήσεις ακροαματικότητας ραδιοφώνων βγαίνει λάθος!

Λυπάμαι, αλλά θα επιμείνω στην άποψή μου, που το μόνο ατού που έχει είναι ότι είναι η δική μου και τίποτα άλλο. Αλλά πώς να μην επιμείνω όταν ακούω κάτι τρελά του στυλ: “βάζουμε καλλιτέχνες σε έρευνες και αν αρέσουν στον κόσμο τους παίζουμε”! Δηλαδή αν σε ένα ραδιόφωνο δεν ακούς David Bowie, τι σημαίνει: α) ότι δεν αρέσει στον κόσμο, β) ότι η έρευνα είναι για τα πανηγύρια, γ) ότι αυτοί που παρήγγειλαν την έρευνα είναι για τα πανηγύρια, δ) ότι εγώ είμαι μαλάκας? Διάλεξε ό,τι σου αρέσει! Αλλά με το συμπάθιο δε γίνεται να είσαι διευθυντής ραδιοφώνου και να περιμένεις από την “έρευνα” να σου πει αν ο David αρέσει στον κόσμο. Αντιθέτως ο κόσμος περιμένει από το ραδιόφωνο που επιλέγει να ακούει να τού “προτείνει” ήχους και ακούσματα.

Τέλος πάντων. Η δίκη μου άποψη – με την αξία που λέγαμε παραπάνω – είναι προφανώς υποκειμενική και έχει ακόμη ένα μειονέκτημα: είναι η άποψη ενός πρώην ραδιοφωνικού παραγωγού που παραιτήθηκε από τον Rock FM την εποχή που ο σταθμός που διοικείτο από έναν πιλότο της Ολυμπιακής (!) αποφάσισε να βάλει Playlist. Άρα είναι ύποπτη. Τι να κάνουμε που είναι όμως δική μου και την αγαπώ!

Τίποτα!!!

Πώς μού ‘ρθαν τώρα αυτά στο μυαλό: με την αφορμή μιας νέας εκπομπής που θα ξεκινήσει ο κολλητός μου σε ένα τέτοιο ραδιόφωνο. Δε σου λέω ούτε το όνομά του, ούτε και σε ποιο σταθμό, γιατί δεν έχει σημασία. Τους καλούς παραγωγούς,, τους ανακαλύπτεις και τους μαθαίνεις, ακόμη κι όταν είναι αναγκασμένοι να μιλάνε με την ποσόστωση που οι “έρευνες” … λένε (α, ναι οι “έρευνες λένε ακόμη και αυτό).

Επίσης όσο γράφω αυτό το ποστ μού ήρθε στο μυαλό και ο τίτλος μιας παλαιάς ταινίας : Ωραίο μου πλυντήριο!

Κι επειδή ζούμε σε μια πολύ παρεξηγησιάρικη εποχή, να σου πω και το αυτονόητο: υπάρχουν ευτυχώς ακόμη λίγες -όμως- εξαιρέσεις στα ερτζιανά! Και βεβαίως εσχάτως υπάρχουν και τα ιντερνετικά ραδιόφωνα που αποτελούν μια καλή εναλλακτική πρόταση προς άγραν απόλαυσης!

Αυτά!

 

Share on Facebook

Ειδήσεις που πονάνε

Thursday, January 17th, 2008

 Η μέρα μου ξεκινά καθημερινώς πολύ πιο νωρίς από το συνηθισμένο. Πάντα έχω το άγχος ότι στο τηλέφωνο που με παίρνουν για να με ξυπνήσουν θα μου πουν για κάποιο κακό που έχει γίνει και που εγώ θα πρέπει με τους συνεργάτες της εκπομπής Κοινωνία Ώρα Μέγκα, να οργανώσω την τηλεοπτική του κάλυψη.

Σήμερα στις 4.30 το πρωί λοιπόν άκουσα να μου λένε για ένα 24 αγόρι νεκρό μετά από συμπλοκή “φιλάθλων”! Φαντάσου ότι εκείνη την ώρα δεν ήξερα καν το σκορ του ντέρμπι – είχα κοιμηθεί μετά το 1-0.

Γιατί ρε γαμώτο μου να σκοτώνονται παιδιά για για ένα κωλο-ματς. Αξίζει τελικά τον κόπο?

Ποτέ δεν ήμουν τόσο παθιασμένος με κάτι. Ίσως αυτό να είναι πρόβλημα για μένα. Μέχρι να αποκτήσω τα παιδιά μου ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα μπορούσα να σκοτώσω για κάτι. Ακόμη κι όταν φούντωνα για κάτι άντε μέχρι καντήλια. Στην ενήλικη ζωή μου μια φορά θόλωσα πολύ και βούτηξα κάποιον (προϊστάμενο μου κιόλας) από το λαιμό και μας χώρισαν και μια δεύτερη το χέρι μου αυτονομήθηκε και κατευθύνθηκε προς το πρόσωπο ενός πολιτικού, αλλά το πρόλαβε ένας συνάδελφος μου. Σημειωτέον δε αυτά τα δύο περιστατικά έγιναν μέσα σε διάστημα μερικών μηνών. Αλλά να σκοτώσω?

Δεν ξέρω αν το σημερινό φονικό είναι η απάντηση των μεν ενάντια στο φονικό των δε στην Παιανία (και τότε ήταν ένας απλός αγώνας βόλεϊ). Αλλά γιατί, γιατί ένα παιδί ακόμη να σφαγιασθεί τόσο άγρια με μαχαιριές στην καρδιά επειδή ήταν με την αντίπαλη ομάδα των φονιάδων!

Φαντάσου την εικόνα: δεν βγήκε ένα μαχαίρι που τον χαράκωσε (όχι ότι αυτό είναι … ανεκτό) τόν κάρφωσαν με μανία τρεις φορές στην καρδιά. Όπως τον άλλο τόν χτυπούσαν μέχρι να του λιώσουν το κεφάλι. Μανία. Τυφλό μίσος. Ένας νέος άνθρωπος σκοτώνει με μανία έναν επίσης νεαρό. Γιατί?

Όσοι “ηθικοί” αυτουργοί κι αν υπάρχουν και όσες κόντρες είναι δυνατόν να οπλίζουν χέρια δολοφόνων; Μπορεί να υπάρχει μάνα ή πατέρας που γαλουχούν τα παιδιά τους με μίσος για όποιον υποστηρίζει την αντίπαλη ομάδα;

                Κάθε μέρα, λόγω της δουλειάς μου τζιράρω δεκάδες ειδήσεις και … “ειδήσεις”. Είναι όμως κάποιες Ειδήσεις που ξεφεύγουν από τη … “σειρά” και με τσιμπάνε στην ψυχή μου, και με χαλάνε, καταφέρνουν να νικούν την “απάθεια” της συνήθειας! Είναι που πολλές φορές τις μαθαίνω πρώτος, και χωρίς καλά καλά να έχω ακόμη ξυπνήσει και πρέπει να τις διαχειριστώ πριν καν τις αφομοιώσω. Και να προσέχω – όπως οφείλουμε οι δημοσιογράφοι – να σου τις μεταδώσω με προσοχή, έστω κι αν δε τα καταφέρνουμε πάντα!

Share on Facebook

“Βουτιά” στο μπλογκ του Μάνου

Thursday, January 17th, 2008

Το blog του φίλου μου του Μάνου Αντώναρου δε χρειάζεται διαφήμιση. Το σημερινό του όμως ποστ είναι όλα τα λεφτά (που αυτές τις μέρες είναι πολλά, σακκουλαριστά, ύποπτα και … όχι δικά μου!). Ξεχώρισα ένα απόσπασμα, αλλά πιστέψτε με, αξίζει να πατήστε πάνω του για να πάτε στη σελίδα του και να ρουφήξτε ένα ποστ που θα σας κάνει να διαβάστε την επικαιρότητα με άλλο μάτι! Ο τίτλος του: "Βουτιά στην Αλήθεια"

-Θα μου δώσετε μια συνέντευξη (για το ΠΑΝΘΕΟΝ); Είχα ρωτήσει το 1981 τον Μoenckmaier, εναν δημοσιογράφο-θρύλο της γερμανικής ΖDF. Με πολέμους στην πλάτη του, με παγκόσμιες αποκλειστικότητες, με σεβασμό από την κοινή γνώμη. Είχα την τύχη να συνεργασθώ μαζί του για 2-3 μέρες όταν είχε έρθει εδώ για να καλύψει την πρώτη εκλογική νίκη του Ανδρέα Παπανδρέου.
Με κοίταξε σοβαρά (σαν να τον βλέπω τώρα) και μου είπε:
-Νein, Herr Antonaros. ! Οι δημοσιογράφοι κ. Αντώναρε ρωτούν, δεν απαντούν.
Τον κοίταξα απορημένος…
-Και καλό είναι κ. Αντώναρε να ξεκινήσετε την καριέρα σας με αυτη τη σκέψη.
Ηταν η εποχή που εγώ ξεκινούσα με γεμάτος όνειρα. Σχεδόν 30 χρόνια πριν. Ηταν η εποχή που μεσουρανούσαν ο Γιώργος Τράγκας, ο Κώστας Χαρδαβέλας, ο Σπύρος Καρατζαφέρης, ο Γιώργος Λιάνης, ο Γιάννης Δημαράς… χεχεχεχεχ…
-Οι δημοσιογράφοι κ. Αντώναρε ρωτούν, δεν απαντούν.
Αχα μπουχα-χα-χα-χα…
Να’ναι καλά η ψυχούλα σας εκεί που βρίσκεται mein Herr, αλλά μάλλον χοντρο-μαλακίες μου λέγατε εκείνο το απόγευμα στου Φιλιπάππου, που θέλατε να κάνετε το stand up σας με φόντο την Ακρόπολη, αλλά ο χίππι ανώνυμος cameraman σας δεν συμφωνούσε γιατί ο ήλιος δεν ήταν στο σωστό ύψος με αποτέλεσμα να εχει μια σκιά το πρόσωπό σας… και σεις με κουστούμι γερμανικό, γραβάτα στην ζέστη του αττικού ήλιου… εσείς πουχατε πάρει διεθνή βραβεία για την κάλυψη του Πολέμου των 10 Ημερών… περίμενατε ευγενικά απαντώντας στις δικές μου ανοησίες… Φαντάζεστε να ήσασταν ο ηρωικός Σταρούμπας και να σας είχε στημένο στο λιοπύρι ο Ελλην φουκαρας cameraman;
Λοιπόν μαλακίες μου λέγατε Meister (όσοι ξέρουν γερμανικά καταλαβαίνουν τί ενοοώ) Meister… όπως λέμε με σεβασμό γιατην τέχνη του … Μαστρο(meister) –Βαγγέλη.
ΟΛΟΙ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ μου που ΟΛΕΣ αυτές τίς μέρες κοσμούν τα τηλεοπτικά παράθυρα, γιατί γαμώ την πουτάνα μου δεν ρωτάνε, αλλά μόνο απαντάνε;

Share on Facebook

Ένας σπόγγος στο αρχείον!

Wednesday, January 16th, 2008

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι θα κάνει τώρα ο Μπομπ Σφουγγαράκης που το ανάλγητο ΕΣΡ τόν έριξε στα τάρταρα του αρχείου;

Θα συνεχίσει τις κακές παρέες με τον Αστερία, τον κύριο Καβούρη και τους άλλους ύποπτους σκοτεινούς τύπους του βυθού; Ή θα βάλει μυαλό και θα βρει μια ωραία σφουγγαρίστρα να κάνουν μια ωραία οικογένεια κι όλα θα ξεχαστούν;

Ποιος θα τρομάζει τα παιδιά μας, ποιος θα τα κάνει λούγκρες; Θα τα αφήσουμε στα νύχια του Ντόναλντ, του Μίκυ, της Ντόρας της εξερευνήτριας, της Μικρής Λουλού.

Ευτυχώς πάντα υπάρχουν τα καθώς πρέπει σκουπίδια στην τηλεόραση που … μεγαλώνουν-μεγαλώνουν-νια-νια…μυαλά! (οι πιο … παλαιοί τραγουδίστε το στο ρυθμό της διαφήμισης του  "Γάλα Βλάχας Εβαπορέ, μεγαλώνει-μεγαλώνει-γερά παιδιάααα")

Share on Facebook

Ξημερώματα στο φανάρι του Χίλτον

Wednesday, January 16th, 2008

 Αγουροξυπνημένος στο φανάρι του Χίλτον, 5 παρά το ξημέρωμα, δεύτερη λωρίδα από τη νησίδα, περιμένω να ανάψει το φανάρι για να στρίψω αριστερά στη Β.Σοφίας.

Αριστερά μου ένα μαύρο αυτοκίνητο – μη με ρωτήσεις τι μάρκα, σού είπα ήμουν αγουροξυπνημένος – έντονη κίνηση “τραβάει” το μάτι μου. Βλέπω μια κυρία να μιλάει στο κινητό, με κάποιον διαφωνεί. Χειρονομεί, φωνάζει – προφανώς δεν την ακούω.

Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Ανασηκώνομαι στο κάθισμα τάχα μου αδιάφορα με το κεφάλι προς τα αριστερά, βλέπω ότι και ο οδηγός, που εντελώς συμπτωματικά έχει το ίδιο σουλούπι με την κυρία, μιλάει στο κινητό και με κάποιον διαφωνεί. Χειρονομεί, φωνάζει -εμφανώς πιο δυνατά από την κυρία.

 Τους παρακολουθώ πλέον κανονικά, χωρίς φερετζέδες ότι τάχα μου παρακολουθώ το φανάρι. Άλλωστε είμαστε μόνοι μας στο δρόμο και το φανάρι επίσης ήταν ακόμη κατακόκκινο. Δύο ίδιες φιγούρες με τα ίδια μαύρα πανωφόρια, με το κινητό στο αριστερό τους αυτί, φωνάζουν και διαπληκτίζονται με κάποιους άλλους, πέντε παρά το ξημέρωμα στο φανάρι. Ο ρυθμός των παράλληλων καυγάδων στην καμπίνα ενός ι.χ. ανεβαίνει. Οι χειρονομίες γίνονται όλο και πιο έντονες. Τα δεξιά χέρια και των δύο ανεβαίνουν, κατεβαίνουν, αναρωτιούνται, σιχτιρίζουν. Ο καθένας τους καυγαδίζει, διαφωνεί, διαπληκτίζεται, σχεδόν σκοτώνεται με τον συνομιλητή του με τρόπο που δε φτάνουν οι δυνατότητες μου να αποτυπώσω γραπτώς. Περιττό να σου πω ότι έχω ξυπνήσει για τα καλά και θα ήθελα να έχω ένα μικρόφωνο μέσα στο αυτοκίνητο τους για να ακούσω τι λένε. Όταν γίνομαι περίεργος μπορεί να πάθω στερητικό αν δεν ικανοποιήσω την περιέργιά μου!

 

Ξαφνικά ακριβώς-μα ακριβώς την ίδια στιγμή και οι δύο κλείνουν τα κινητά με τη γνωστή σου χειρονομία – φέρνω το κινητό μπροστά στη μούρη μου και πατάω το off – κατεβάζουν το χέρι, γυρίζουν ο ένας το κεφάλι προς τον άλλον και … ξεραίνονται στα γέλια! Δίνουν ένα σκαστό φιλί στο στόμα, συνεχίζουν να γελάνε και ο ταξίτζης που είχε έρθει και κολλήσει από πίσω μου κόρναρε γιατί άναψε πράσινο το φανάρι!

Share on Facebook

T-shirt Stories (ονοματ-ο-παπαρολοζζί)!

Tuesday, January 15th, 2008

 Από το Sussel

στη      σεμν-ο-παπαρ-ο-ηθηκολογία

και όπως διάβασα στην εξαιρετική  Κοπτοραπτού (πάτα πάνω στο απόσπασμα να διαβάσεις όλο το κείμενο)

Με πειράζει, που αίφνης γέμισαν οι οθόνες από τις αδερφές του ελέους, τις σεμνότυφες, τις χαμηλοβλεπούσες που τον μόνο ένοχο που βλέπουν σ’ όλη αυτή την ιστορία είναι το σεξ.
Κοινώς, με πειράζει που εκεί που «γαζώνω» αμέριμνη και ευτυχισμένη, σιγά – σιγά μου πιπιλάνε το μυαλό περί ακατονόμαστων σκηνών και ποταπών ενστίκτων.
Τι λες, βρε γελοίε; Από πότε το σεξ έγινε ποταπό; Και από πότε ένα καλό κρεβάτι έγινε ακατονόμαστη σκηνή;
Και επιστρέφω. Λες να με πείσουν ότι ο μόνος ένοχος σ’ αυτή τη χώρα είναι το σεξ; Όχι, το διακαναλικόν. Το κανονικόν!
Θέλουν, λοιπόν, να αντιδρούμε σαν τους σκύλους του Παβλόφ;
Να ακούμε σεξ, να σκεφτόμαστε χοντρούς προϊσταμένους και ταπεινές συμβασιούχες και να μας πιάνει χεσμός απ’ την τρομάρα και την αγωνία;
Με το που θα πηγαίνουμε να κατεβάσουμε τα παντελόνια ή να σηκώσουμε τις φούστες, να νιώθουμε πρώτα την ανάγκη να… ψαχτούμε; Όχι, μεταξύ μας. Όχι για «σκουφάκια»! Αλλά για κάμερες;;;

Share on Facebook

Blog ένας δημόσιος χώρος

Tuesday, January 15th, 2008

Το ντοκιμαντέρ που έκανε ο Μανώλης Ανδριωτάκης  με τη Μέντη Μέγα, για την εκπομπή Παρασκήνιο της ΕΤ-1, θα προβληθεί τη Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου στις 20.00.

Αντιγράφω από το blog του κυρίου Ανριωτάκη: "Το πρώτο γύρισμα για την ταινία έγινε τον Ιούνιο του 2007 και το τελευταίο το Νοέμβριο. Το μοντάζ ξεκίνησε τέλη Οκτωβρίου και τελείωσε μόλις σήμερα. Οι περιπέτειες που το συνόδευσαν όλο αυτό το διάστημα είναι πολλές, αλλά δεν έχω καμία διάθεση αυτή τη στιγμή να τις απαριθμήσω. Το σημαντικό είναι ότι έγινε ένα ντοκιμαντέρ για το οποίο, και η Μέντη και εγώ, είμαστε ευχαριστημένοι που επιτέλους ολοκληρώθηκε. Θέλω να πιστεύω ότι κάναμε καλή δουλειά, αλλά σταματώ εδώ. Από εδώ και πέρα, ο λόγος δίνεται στους θεατές".

 

Share on Facebook

T-shirt Stories To όνομα του …

Monday, January 14th, 2008

 

Share on Facebook

Νίκος Νικολαϊδης “Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα” – Προδημοσίευση

Friday, January 11th, 2008

Προδημοσίευση Απόσπασμα από το κεφάλαιο 26

 

Η Μπέττυ είναι πολύ επικίνδυνο άτομο τρείς μήνες από τότε πού ’φυγα από τό σπίτι καί χωρίσαμε χτύπησε ένα βράδυ τό κουδούνι στή Βικτώρια τής άνοιξε ο γέρος μου καί τού ζήτησε νά μέ περιμένει εκεί είχα πάει γιά φλιμπεράκια στήν 3ης Σεπτεμβρίου καμμιά ώρα όπου νά ’ναι κ’ έρχομαι—καμώθηκε η καριόλα ότι πονούσε τό στομάχι της ψιλοδιπλώθηκε στόν καναπέ καί τού κλαψούρισε νά πάει κάτω στήν Έβγα νά τής πάρει ένα γιαούρτι κι αυτός που κάπου τή συμπαθούσε καί τή λυπήθηκε κατέβηκε στήν Έβγα μά όταν ανέβηκε η Μπέττυ είχε χαθεί—θά ’φυγε σκέφτηκε ο γέρος μου κ’ έφαγε τό γιαούρτι. Όταν γύρισα μουρμουρίζοντας κάτι στό κεφάλι μου καβλωμένος νά κάτσω στό γραφείο μου νά γράψω είπε ο γέρος μου ήρθε η Μπέττυ άλλά έφυγε ξαφνικά πρίν πέντε λεπτά καί κατέβηκα σφυρί στόν δρόμο νά τήν ψάξω γύρισα τήν πλατεία πήδηξα τρία τρία τά σκαλιά στόν υπόγειο τής Βικτώρια αλλά τίποτα πήρα ένα γύρω τά στενά βλαστημώντας κ’ έπειτα άντε γαμήσου γύρισα σπίτι γιατί έπιασε νά ψιχαλίζει.

Μέσα στό ασσανσέρ μ’ έπιασε μιά ανησυχία δέ γούσταρα καθόλου αυτή τήν ιστορία θέλω γιαούρτι καί εξαφανίζομαι καί πάτησα στή συνέχεια τό κουμπί γιά τελευταίο όροφο καί γιά ταράτσα καλά ο πούστης καί πολύ ένστικτο.

Στήν ταράτσα ήταν σκοτεινά φυσούσε λίγο πλαγιαστές ψιχάλες τριγύρισα τίς γωνιές έφαγα ένα σύρμα τής μπουγάδας στό μάτι καί τελικά τήν βρήκα χάμω κουρνιασμένη σέ μιά λιμνούλα νερά πίσω απ’ τό πλυσταριό. Δίπλα της ήταν πεταμμένα καμμιά εικοσαριά κουτιά άσπιρίνες όλα ανοιχτά καί άδεια κι όλο τό σκηνικό καί η κατάσταση μέ γρήγορη εκτίμηση πρός τήν πουτσίσαμε.

Σκέφτομαι γρήγορα….Πέταξε τίς ασπιρίνες στόν δρόμο καί τό παίζει η κουφάλα…δέν μού κόλλαγε γιατί δέν τό ’χε σίγουρο ότι γυρίζω σέ πέντε λεπτά καί τή βρίσκω κρυμμένη στήν ταράτσα καί τή σώζω καί ύστερα χεσμένος απ’ τό φόβο μαζεύομαι πάλι σπιτάκι μας. Τέρμα η γκόμενα θέλει νά πεθάνει κανονικά—καριόλα όπως ήταν πάντα γουστάρει νά πεθάνει στήν ταράτσα μου δυό πατώματα πιό πάνω νά ’χω τό λείψανο της στό κεφάλι μου νά μέ πλακώνει μιά ζωή. Θά τήν πλακώσω κ’ εγώ τώρα στίς κλωτσιές τήν κουφάλα νά τήν αποτελειώσω γιατί τής φώναζα καί τήν ταρακουνούσα άλλά δέν έπαιρνε πρέφα.

Τήν έχωσα σέρνοντας στό ασσανσέρ καί τήν κατέβασα στόν δρόμο όλος ζοχάδα—δέ θά σού κάνω γώ τή χάρη ξεκωλιάρα θά πεθάνεις κωλόγρια στό γηροκομείο από χεσμένα γηρατειά—κι από ταξί νέκρα. Δρόμο γιά τό Πρώτων Βοηθειών ένάμισυ χιλιόμετρο πιό κάτω πρός Ομόνοια πότε αγκαλιά απ’ τή μέση πότε κρεμασμένη στόν ώμο μου στή Μάρνης φύγαν τά γοβάκια της ξέπεφτε πάνω στό βρεμμένο πεζοδρόμιο τήνε σήκωνα καί παρακάτω γλιστρούσαμε παρέα καί τήν ξαπλώναμε κ οι λιγοστοί καί βιαστικοί απ’ τή βροχή μάς πέρναγαν γιά μεθυσμένους σκέτο νούμερο μέ τσακισμένη μέση καί τήν ψυχή στό στόμα νά τήν προλάβω.

Στό Πρώτων Βοηθειών τής κάνανε πλύση στομάχου κάπνισα δέκα τσιγάρα μού είπανε ευτυχώς δέν είχε χωνέψει γιά καλά τίς ασπιρίνες ήρθε κ’ ένας μπάτσος νά πάρει κατάθεση εγκληματική ενέργεια καί τά τέτοια βαριότανε όμως πολύ καί μάς ξαπόστειλε βρήκα καί ταξί—στόν δρόμο έψαχνε τό χέρι μου—καί τήν άδειασα στό πατρικό της στό Κουκάκι δέν μπορούσε νά περπατήσει όμως καί χτύπησα τό κουδούνι. Άνοιξε την πόρτα τής αυλής ο πατέρας της κάτι φώναξε μετά στή μητέρα της αυτή έτρεξε γλίστρησε στή βρεμμένη αυλή έπεσε στά πλακάκια χτύπησε στόν γοφό άφησα κ’ εγώ τήν Μπέττυ στά χέρια τού γέρου της καί σήκωσα τήν άλλη που βογκούσε. Μετά τή γδύσανε τής φόρεσαν μιά άσπρη νυχτικιά μέ μπροντερί στό ντεκολτέ χρώμα χλωμό ασσορτί τής μάπας της—τήν ξάπλωσαν στό κρεββάτι καί μού ’παν θέλει νά σού μιλήσει μπήκα μέσα καί κάθησα άκρη στό κρεββάτι.—Πώς είσαι μέ ρώτησε—μιά χαρά εσύ πώς είσαι;—Κρυώνω λίγο—μούσκεψες στήν ταράτσα καί θ’ άρπαξες κανένα κρυολόγημα….—Θά ’ρθείς αύριο νά μέ δείς; Τί νά τής πείς τώρα μέ τέτοιο γερό οπλοστάσιο που τήν είχανε πλουτίσει τά είκοσι κουτιά ασπιρίνες καί η πλύση τού στομάχου πώς νά τά βγάλεις πέρα—…νά φάμε καί παρέα; Ξέρω καί μετά νά πάμε σπίτι μας νά ξεσκιστούμε στά γαμήσια καί κάτσε νά κοιμηθείς εδώ που χουχουλιάζουμε ωραία—φεύγεις αύριο τό γνωστό σκηνικό.

—Κοιμήσου τώρα καί τά λέμε αύριο έχω καί τό ταξί που περιμένει.—λεφτά έχεις;—έχω καί σηκώθηκα—Φιλί;…Καλά έπρεπε νά τήν αφήσω νά ψοφήσει στήν ταράτσα τή φίλησα καί λίγο πρίν βγώ απ’ τήν πόρτα άκουσα—κουρκουμπινάκι!…γύρισα ήρθα κι ακούμπησα στά κάγκελα του κρεββατιού της.—Τί ’ναι πάλι;

—Νά ξέρεις ότι θά τό ξανακάνω.

 

Μετά από τρείς ώρες μπήκα σπίτι κι ο γέρος μου διάβαζε στό σαλόνι—τήν βρήκες; ρώτησε—τήν βρήκα όλα καλά μόνο νά σού πώ κάτι άλλη φορά άν σέ στείλει καμμιά γκόμενα νά τής πάρεις γιαούρτι σέ παρακαλώ μήν τό κάνεις.—Γιατί τί έγινε;

—Έγινε γέρο μου ότι τό γιαούρτι σκοτώνει.

 

 

Το βιβλίο του Νίκου Νικολαϊδη "Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα" θα ξεκινήσει το ταξίδι του από τα βιβλιοπωλεία περίπου στα τέλη Ιανουαρίου. Μέχρι τότε, πού ξέρετε μπορεί να διαβάσετε και κάτι ακόμη στα blogs!

 Ένα μεγάλο ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη στην Έφη Π. που διάβασε το βιβλίο πρώτη, το αγάπησε και κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί γι’ αυτό!

 

Share on Facebook

T-Shirt stories (Nίκος Νικολαϊδης)

Friday, January 11th, 2008

Share on Facebook