Πώς πέρασα στις διακοπές μου – τα Κουφά του Πόρτο Κουφό

Διακοπεύεις στην ημεδαπή.

Πα’ να πει αφήνεις τα ωραία σου ευρουλάκια που έχεις προς διάθεση, στους επαγγελματίες της περιοχής που επιλέγεις φιλοξενήσει την αρίδα σου, μαζί με αυτή της οικογένειάς σου.

Πας ένα μεσημέρι στο Πόρτο Κουφό, ένα πανέμορφο λιμανάκι στο δεύτερο ποδάρι της Χαλκιδικής.

Κάνεις βόλτα με τα παιδιά σου, ή με ό,τι σου βρίσκεται τέλος πάντων χαζεύεις τις βαρκούλες, τα σκάφη, γουστάρεις που το μάτι σκουντουφλάει στις καταπράσινες πλαγιές που δημιουργούν τη γραφική αγκαλίτσα του λιμανιού και ντεμέκ εξαντλημένος λες: να κάτσω να φάω τις παντρεμένες τις σαρδέλες μου, τα μύδια τα σαγανιστά, τις γαριδούλες και ό,τι τέλος πάντων βγάζει η θάλασσα, να πιω τις ρετσίνες (για πες "κρασί" στην περιοχή … κάλλιο τό’χουνε να τους ζητησεις "καλαμάκι" …) μου και μετά να ρίξω κι ένα σοροπιαστό από πάνω να φύγει η ψαρίλα από το στόμα κι ακόμη πιο μετά να αράξω στην παραλία παριστάνοντας τη γοργόνα της Κοπενχάγης στο πιο … μπαρόκ της!

Και λες ο ξένος: πού να κάτσω?

Και κάθεσαι στου "Καπετάν Χάψα" – μαύρη η ώρα! Το βλέπεις όμως μεγάλο το κατάστημα, ευάερο, ευήλιο, δροσερό, κόβεις φάτσες στα τραπέζια – εκεί έπρεπε να το υποψιαστώ. Οι φάτσες στα τραπέζια ήταν νιούτραλ! ουδέτερες ρε αδερφέ! ούτε κρύο ούτε ζέστη. Τέλος πάντων κάθομαι!

Τακτοποιώ τα παιδιά (δεν ξέρω πώς καταφέρνουν όσοι έχουν τρία παιδιά να τα βολέψουν όλα δίπλα στη μαμά τους – εμείς τα δύο τα βολεύομε), καλημερίζω το γκαρσόνι που περνάει δίπλα μας – αποκρισις … μηδέν!

Δεν υποψιάζομαι, δε χαλιέμαι, διαβάζω εφημερίς (την πρώτη μετά από πολλές μέρες διακοπών), ο γιος χαζεύει ένα περιοδικό με γκορμίτι (το πρώτο του έβερ) η κόρη με τη μαμά της στην τουαλέτα (μωρέ λες από εκεί, την παιδική ηλικία να ξεκινάει το "2-2 οι γυναίκες στις τουαλέτες? – δεν ξέρω), ξαναπερνάει το γκαρσόνι, ίδιο ή άλλο θα σε γελάσω, αλλά πάλι δεν εχω ανταπόκριση στο "καλημέρα σας", το τραπέζι παραμένει με τα τελειώμένα των προηγούμενων πελατών, επιστρέφει μάνα και κόρη και αφού όλα αυτά έχουν διαρκέσει κάνα τέταρτο, δηλώνω με το πολύ σοβαρό μου ύφος: δίνω χρόνο μέχρι να στρίψω ένα τσιγάρο!

"έλα ρε Γιάννη μη χαλιέσαι"! λέει η Βίκη.

Στρίβω το τσιγάρο μου, λιγο πιο αργά απ’ ό,τι πραγματικά μπορώ, το παίζω στα δάχτυλα, κοιτάζω μπας και δω να έρχεται κάποιος με καλό σκοπό στο τραπέζι μας, το ανάβω κιόλας και σηκώνομαι όρθιος.

Τότε απ’ το πουθενά μια κοπέλα που δεν την είχα ξαναδει να σουλατσάρει έρχεται και αρχίζει να παίρνει λίγα από τα άδεια ποτήρια που στόλιζαν το τραπέζι μας!

" έλα ρε Γιάνη, κάθησε, αφού ήρθε"

Κάθομαι αλλά προειδοποιώ ότι στο τέλος θα μαλώσω με κάποιον  …

και εγενετω θαύμα και άνοιξαν οι πύλες του παραδείσου και φως καλυψε το σκότος και ναι! ένα γκαρσόνι ήρθε και πήρε τη θέση του στην κεφαλή του τραπεζιού!

Και φυσικά τα παιδιά εκείνη τη στιγμή αρπάχτηκαν για κάτι και χάσαμε πολύτιμα δευτερόλεπτα.

Το γκαρσόνι αμίλητο και βλοσυρό κοιτούσε το τεφτέρι που θα γέμιζε με όσα εμείς ελπίζαμε ότι θα γέμιζε η αδηφάγα κοιλιά μας.

και ξαφνικά λάλησε και είπε με φωνή βροντερή: Άιντε, μην αργείτε, τι θα πάρετε, έχουμε και δουλειές …

παρα τό γεγονός ότι είχαμε τα μικρά μας βλαστάρια μαζί ακούστηκαν λόγια που ούτως ή άλλως  τα παιδιά ακούνε – απλώς λες να μην τ’ ακούνε και απ’ τον πατέρα τους.

και μετά πήγαμε και κάτσαμε στην πιο χαμογελαστή και φιλόξενη ψαροτεβάρνα του Πόρτο Κουφού. Και χαμόγελα και καλό σέρβις και άψογο φαϊ και κανονικές τιμές!

Σα βγεις στον πηγαιμό λοιπόν για Πόρτο Κουφό, για να μη βροντάς στους Κουφού την πόρτα, πάνε για φαγάκι στου Ψαρά!

Share on Facebook

Leave a Reply