Τεντώθηκα μετά το μεσημεριανό υπνάκο μπροστά στο παράθυρο του σαλονιού. Είχα πλύνει τη μούρη μου (για να φύγει η νύστα και ο ύπνος, όπως λέω στα παιδιά μου) είχα ανοίξει κι ένα κουτάκι παγωμένο τσάι (ίσε τεά) και βγήκα στο μπαλκόνι για να συνεχίσω καθιστός τη μουργέλα μου, παρέα με ένα τσιγαράκι.
Ένα μεταλλικό "¨γκντουπ" που επαναλαμβανόταν και χαλούσε την ατμόσφαιρα με έκανε να αρχίσω την αναζήτηση. Τι χτυπάει έτσι ρε παιδί μου?
Χτυπούσε η πλαϊνή τέντα στο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας. Από τον αέρα είχε φύγει ο γάντζος που το κρατούσε τετνωμένο στην κουπαστή του μπαλκονιού και με το δυνατό αέρα είχε φουσκώσει σα μπαλόνι ιστιοφόρου στο ράλι Αιγαίου.
Η απέναντι πολυκατοικία … σε διακοπές. Όλα τα παραθυρα κλειστά.
Ναι αλλά το τεντόπανο με τα σίδερά του ήταν θέμα ωρών να φύγει και να προσγειωθεί από τον πέμπτο όροφο στο έδαφος με απροσδιόριστα αποτελέσματα.
Ποιον ξέρω από την α
πέναντι πολυκατοικία? Τέσσερα χρόνια μένω "απέναντι"!
Α, ναι ξέρω την κυρία του "εβδόμου" γιατί τα παιδιά μας πάνε στον ίδιο παιδικό σταθμό – άρα έχω το τηλέφωνο τη, ναι αλλά είναι διακοπές! Μου είπε το όνομα του διαχειριστή. Κατέβηκα και χτύπησα το κουδούνι. Άργησε να απαντήσει και σκέφτηκα ότι κι αυτός είναι σε διακοπές! Όταν όμως έκανα να απομακρυνθώ άκουσα το μεταλλικό "ποιος είναι"?
Ε, πώς να συστηθείς πρώτη φορά από το θυροτηλέφωνο. Είπα εκεί κάτι αρλούμπες περί του ποιος είμαι , είπα και γιατί του χτυπάω το κουδούνι, τέλος πάντων, ζήτησα και "συγνώμη για την ενόχληση" και έφυγα για το σούπερ μάρκετ.
"Μικρό" σούπερ μάρκετ – σε χρόνο εννοείται, η κατάθεση έγινε κανονικά με όλες τις "τιμές" – γύρισα στο σπίτι και είδα από μακριά ένα περιπολικό κι έναν κύριο, πάρακαρα, με πλησιάσε ο κύριος και συστηθήκαμε τελικά κι από κοντά οι γείτονες και είδα και το κοντάρι του τεντόπανου καρφωμένο σε ένα παρκαρισμένο audi cabrio. Είχε περάσει την πόρτα λοξά, σαν καλαμάκι σε εξωτικό κοκτέιλ. Το αυτοκίνητο-κοντοσούβλι ανήκε επίσης σε κάτοικο της "απέναντι" πολυκατοικίας. Κι αυτός έλλειπε διακοπές.
Έτσι συστηθήκαμε με τον Νίκο (αν συγκράτησα καλά το μικρό του όνομα) κάναμε ένα τσιγάρο και παρακολουθούσαμε τους δύο αστυνομικούς που έβαλαν μια κορδέλα για να μην περνάει κόσμος από κάτω γιατί το άλλο σίδερο που συγκρατούσε το τεντόπανοκρεμόταν από τον πέμπτο κι ανέμιζε σαν το "μπολερό" που λέει κι ο ποιητής!
Τουλάχιστον τώρα αν συναντηθούμε στο δρόμο θα ξέρουμε οτι είμαστε οι "απέναντι"!
Υπάρχουν ωστόσο άλλοι πέντε όροφοι με άλλους "απέναντι" – ελπίζω να μη χρειαστεί να γρκεμιστεί η γειτονιά για γνωριστούμε!
Share on Facebook