Archive for August 16th, 2010

Θοδωρής Καραγεωργίου: “e-drugs”

Monday, August 16th, 2010

Μια συλλογή διηγημάτων με πρωταγωνιστή ένα κομπιούτερ, μια σύνδεση στο ίντερνετ, ένα… κόλλημα.

Ο Θοδωρής Καραγεωργίου ανησυχεί, και εμένα αυτό μου αρκεί. Ανησυχεί και γράφει. Για τη γενιά του και όχι μόνο. Για όλους μας, που περνάμε λίγες, πολλές, πάρα πολλές, μερικές ώρες μπροστά σε ένα άγνωστο σύμπαν που μας προκαλεί, προσκαλεί, εκλιπαρεί, παρακαλεί, περιγελά, παραπλανά: το ίντερνετ.
Το βιβλίο του κυκλοφορεί από τον Κέδρο και λέγεται  "e-drugs" και έχω τη χαρά να σου παρουσιάσω παρακάτω και τον ίδιο τον Θοδωρή να διαβάζει καποια αποσπάσματα, αυτή τη φορά μπροστά στη δική του κάμερα – μια και ζει στην Καβάλα, αλλά και ένα καινουριο διήγημα που δεν συμπεριλαμβάνεται στην τυπωμένη έκδοση. Ο συγγραφέας το έστειλε με μέιλ σε γνωστούς και φίλους. Μέσα στη λίστα του βρέθηκα κι εγώ!
Καλή … προβολή
και kαλή ανάγνωση.

 

                                  Η εικοστή πρώτη Νοεμβρίου ήταν μια μέρα που θα άλλαζε ριζικά τη ζωή της Φρίντα. Λίγες ώρες πριν ούτε που θα μπορούσε να φανταστεί αυτό που θα της συνέβαινε, και είναι λογικό, αν αναλογιστεί κανείς πως σε οποιονδήποτε και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα του ερχόταν ο ουρανός στο κεφάλι. Πρόκειται, σίγουρα, για κάτι που δεν το σκέφτεσαι, για κάτι που δύσκολα περνάει από το μυαλό σου, και πιθανότατα, για κάτι που δεν έχεις ακούσει να συμβαίνει ποτέ.
Ο άντρας της βρισκόταν ήδη στη δουλειά του, σε ένα γραφείο κάπου στο κέντρο της πόλης. Ο γιος της είχε φύγει για το σχολείο. Η ίδια θα έπρεπε να βρισκόταν επίσης στη δουλειά της υπό άλλες συνθήκες αυτή τη στιγμή. Τους φαντάστηκε και τους δύο, ανυποψίαστους τελείως για αυτό που είχε συμβεί, αλλά και αυτό που θα ακολουθούσε. Ήταν πραγματικά απίστευτο.
Η Φρίντα έκλεισε το κινητό της και το ακούμπησε στον πάγκο της κουζίνας. Ήταν ο διευθυντής της εταιρίας της, μόλις είχε απολυθεί. Το χειρότερο όμως, αναφορικά με τη δουλεία τουλάχιστον, δεν ήταν αυτό· ήταν πως ο λόγος για τον οποίο είχε απολυθεί δεν θα της άφηνε και πολλά περιθώρια να την προσλάβουν σε κάποια άλλη εταιρία. Η δουλειά της όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μάλλον το τελευταίο που την ένοιαζε. Είχε να νοιαστεί για έναν σορό άλλα προβλήματα που θα έπεφταν σα ντόμινο από στιγμή σε στιγμή.
Τα μαλλιά της έσταζαν ακόμη νερά, από το μπάνιο που είχε κάνει λίγο πριν. Το ζεστό νερό καθώς έπεφτε πάνω της την είχε ηρεμήσει έστω και ελάχιστα, όμως τώρα ο τρόμος επανερχόταν ακόμη μεγαλύτερος. Έβλεπε το κινητό μπροστά της και σκεφτόταν σοβαρά εδώ και αρκετή ώρα να το απενεργοποιήσει. Οι κλείσεις ερχόταν η μία με την άλλη το τελευταίο διάστημα, δεν άντεχε άλλο. Περίμενε όμως τηλέφωνο από τον δικηγόρο με τον οποίο είχε μιλήσει το πρωί. Της είχε κάνει λόγο για αποζημίωση, ηθική βλάβη και διάφορα άλλα. Αν και το στομάχι της ήταν ένας κόμπος σφιχτά δεμένος, αν και το μυαλό της γύριζε, έπρεπε να συγκεντρωθεί, να κάνει υπομονή, να μιλήσει με τον δικηγόρο, ήταν το μόνο που της έμενε πια.
Για να φτάσουμε όμως ως την εικοστή πρώτη Νοεμβρίου, την καταραμένη για την Φρίντα εκείνη ημέρα, και να καταλάβουμε το τι έχει συμβεί, θα πρέπει να εξετάσουμε τα γεγονότα από την αρχή. Ή τουλάχιστον από την αρχή, αν μπορεί κανείς να θέσει, βέβαια, ως αφετηρία των αποτελεσμάτων τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Το σίγουρο πάντως είναι πως από εκεί μπορούμε να αρχίσουμε να εξετάζουμε τα γεγονότα και όχι από πιο πριν.  
Στις τέσσερις Μαρτίου λοιπόν, η Φρίντα καθόταν μπροστά από τον υπολογιστή της και έψαχνε τρόπους για να απαλλαγεί από τα ενοχλητικά πουλιά που μαζευόντουσαν στην αυλή της. Το σπίτι της, ένα δίπατο κλασικό, με μια πανέμορφη αυλή με κήπο γεμάτο παρτέρια από λουλούδια και όμορφα δεντράκια ήταν ένα όνειρο ζωής. Με τη σκληρή δουλειά και τις οικονομίες αρκετών χρόνων είχαν καταφέρει με τον σύζυγό της να το κάνουν πραγματικότητα πριν μερικούς μήνες. Τα πάντα ήταν έτσι ακριβώς όπως τα είχε φανταστεί: ξύλινα πατώματα, μεγάλα παράθυρα, χοντρές κολόνες, παρτέρια, δέντρα με σκιουράκια, πλακόστρωτο μονοπάτι που διέσχιζε τον κήπο έως το πίσω γκαράζ και την κεντρική είσοδο της αυλής.
Το μόνο πρόβλημα που παρουσιάστηκε μετά την αγορά του σπιτιού ήταν αυτά τα καταραμένα πουλιά. Κοπάδια ολόκληρα επισκέπτονταν το σπίτι και την αυλή της κάθε βράδυ και έμεναν εκεί έως το επόμενο πρωί. Από τη μία είχε να αντιμετωπίσει τις αποτρόπαιες κουτσουλιές τους που γέμιζαν το όμορφο πλακόστρωτο μονοπάτι της, τη βεράντα με τα γυαλιστερά μάρμαρα και τα σκαλοπάτια για την είσοδο του σπιτιού, και από την άλλη έπρεπε να υπομένει τον πρωινό θόρυβο από τα τιτιβίσματα και το κελάηδαμά  τους που την ξυπνούσε από τις έξι το ξημέρωμα.
Είχε, βέβαια, δοκιμάσει μερικά αυτοσχέδια τεχνάσματα με κροτίδες, μακριά ξύλα με έγχρωμες νάιλον σακούλες στις άκρες τους και cd κρεμασμένα με πετονιά από τα κάγκελα των μπαλκονιών του δευτέρου ορόφου, αλλά το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να καταστρέψει το όμορφο εξωτερικό ντεκόρ του σπιτιού της και τίποτα παραπάνω. Τα πουλιά δεν έλεγαν να την αφήσουν σε ησυχία.
Έτσι αναζητώντας τρόπους απαλλαγής από ενοχλητικά πουλιά κατέληξε σε ένα forum με θέμα ακριβώς αυτό που έψαχνε. Μερικοί από τους χρήστες πρότειναν τις είδη γνωστές στη Φρίντα λύσεις οι οποίες όπως αποδείχτηκε είχαν αποβεί μάταιες στην περίπτωσή της. Αφού έγινε μέλος του forum σχολίασε πως cd και νάιλον σακούλες δεν έχουν να προσφέρουν το παραμικρό.
Έπειτα εξέτασε κάποιες άλλες προτάσεις πιο δραστικές. Μία από αυτές ήταν η χρήση μίας συσκευής παραγωγής ήχων χαμηλής συχνότητας, οι οποίοι δεν γίνονται αισθητοί από τον άνθρωπο, αλλά για τα πουλιά είναι σαν να ηχούν σειρήνες στα αυτιά τους. Η συγκεκριμένη συσκευή κόστιζε γύρω στα εκατό ευρώ. Μία άλλη πρόταση, πιο δελεαστική και αρκετά οικονομικότερη ήταν η χρήση ποντικοφάρμακου ανάμικτου με σπόρους ταΐσματος. Μία τελευταία, οι παγίδες πουλιών. Η Φρίντα παρήγγειλε το ποντικοφάρμακο.
Στις είκοσι τέσσερις Απριλίου έκανε πράξη κάτι που σκεφτόταν εδώ και αρκετό καιρό. Η Φρίντα ήταν μια γυναίκα που πλησίαζε τα σαράντα. Αν και η ομορφιά δεν ήταν το μεγάλο της προσόν, θα μπορούσε να πει κανείς, πως ακόμη τουλάχιστον κρατιόταν. Κατά τη διάρκεια της ζωής της είχε κάποιες ερωτικές περιπέτειες, μα ποτέ κάτι το ιδιαίτερο. Είχε παντρευτεί στα είκοσι τρία της και από τότε η ερωτική ζωή της βάλτωσε. Όχι πως την ένοιαζε κάτι τέτοιο όλα αυτά τα χρόνια ή πως είχε δώσει ποτέ σπουδαία σημασία. Ο άντρας της δε, ο οποίος δεν ήταν και ιδιαίτερα εμφανίσιμος, δεν φημιζόταν καθόλου για τις ερωτικές του ορέξεις. Καθώς τα χρόνια περνούσαν όμως, μια σκέψη όλο και πιο έντονη τριβέλιζε το μυαλό της, μια σκέψη που το τελευταίο διάστημα έτεινε να γίνει εμμονή. Και σε αυτό είχε συμβάλει κατά κάποιο τρόπο και ο άντρας της, ο οποίος κόντευε να την ξεχάσει σαν ερωτική σύντροφο.
Το θέμα για τη Φρίντα ήταν πως είχε να κάνει έρωτα σχεδόν ένα χρόνο. Παλιότερα κάτι τέτοιο δεν θα την απασχολούσε και τόσο, τώρα όμως, με την ηλικία να γέρνει εις βάρος της, τα πράγματα άλλαζαν. Χρειαζόταν μια μικρή επιβεβαίωση πως μετράει ακόμη, πως μπορεί να συγκινήσει ένα αρσενικό αν ήθελε, και δυστυχώς οι όποιες της προσπάθειες έπεφταν στο κενό. Αυτό που είχε θεωρήσει ως υπεύθυνο ήταν το σχετικά μικρό της στήθος.
Έτσι τη μέρα εκείνη έψαξε στο διαδίκτυο για κάποιον πλαστικό χειρούργο. Λίγες ώρες αργότερα είχε κλείσει ραντεβού σε μία πολύ καλή ιδιωτική κλινική με εξειδικευμένους χειρούργους. Οι εικόνες που είχε δει την είχαν αφήσει άφωνη. Οι άνθρωποι έκαναν φανταστική δουλειά. Με ένα όχι και τόσο μεγάλο ποσό θα μπορούσε να αποκτήσει το στήθος που πάντα ονειρευόταν και η αυτοπεποίθηση της θα ανέβαινε κατακόρυφα, όπως και η ζήτησή της από τα απανταχού αρσενικά. Μια βδομάδα αργότερα η Φρίντα μπήκε στο χειρουργείο.
Στις δώδεκα Μαΐου έθεσε στη μηχανή αναζήτησης το ερώτημα αν οι φιλίες στο διαδίκτυο μπορούν να αποδειχθούν αληθινές. 
Στις δύο Ιουνίου πληκτρολόγησε στη μηχανή αναζήτησης το όνομα και το επίθετό της αλλά δεν βρήκε κανένα σύνδεσμο.
Στις δέκα οκτώ Ιουνίου επέστρεψε στο σπίτι της λίγο μετά τη μια τη νύχτα. Ο άντρας της έλειπε σε ένα συνέδριο εκτός πόλης και ο γιος θα κοιμόταν τη νύχτα εκείνη σε κάποιο φίλο του. Άναψε ένα τσιγάρο, έβαλε ένα ποτό και άνοιξε τον υπολογιστή της. Το κεφάλι της ήδη γύριζε από αυτά που είχε πιει στο μπαρ που βρισκόταν μέχρι εκείνη την ώρα. Άλλη μια έξοδός της είχε αποβεί άκαρπη. Η πλαστική της είχε πετύχει, αλλά τα αποτελέσματα που περίμενε δεν έλεγαν να έρθουν. Οι άντρες δεν της έδιναν πια την σημασία που κάποτε μπορούσε εύκολα να κερδίσει. Ίσως να είχαν αλλάξει και οι εποχές, ίσως αυτοί οι άντρες να μην ήταν και τόσο άντρες όσο θα έπρεπε, ίσως πάλι, μια σαραντάρα να μην είναι και ότι καλύτερο για κάποιους.
    Με λίγο ψάξιμο στο ίντερνετ, βρήκε αυτό που έψαχνε μάταια τόσο καιρό. Ήταν μια σελίδα που με ογδόντα μόλις ευρώ μπορούσες να παραγγείλεις έναν νεαρό στο σπίτι σου για μία ολόκληρη ώρα. Έβγαλε την πιστωτική της και διάλεξε, από φωτογραφίες μάλιστα, τον καλύτερο κατά τη γνώμη της.
Ο νεαρός βρισκόταν μισή ώρα αργότερα στο σπίτι της. Είχε μεγάλες πλάτες, άτριχο στήθος, γυμνασμένους μύες και όμορφο πρόσωπο. Έκαναν έρωτα τρεις φορές και έφυγε όπως ακριβώς ήρθε. Τότε η Φρίντα αισθάνθηκε τόσο μόνη όσο ποτέ άλλοτε, αισθάνθηκε ένα κενό αβάσταχτο να την πλακώνει και μία θλίψη για την ύπαρξή της ολόκληρη που δεν μπορούσε να συγκρατήσει τους λυγμούς της. Είχε να κλάψει από μικρό παιδί.                        
Στις είκοσι Ιουνίου αναζητούσε εναλλακτικούς τρόπους για ύπνο, καθώς το τελευταίο διάστημα της είχε παρουσιαστεί μία ενοχλητικότατη αϋπνία που την κρατούσε ξύπνια τις περισσότερες ώρες της νύχτας και μισοκοιμισμένη ολόκληρη τη μέρα. Κάποιος της πρότεινε να χαλαρώνει τα βράδια με ένα, δύο ποτήρια κρασί, ιδίως όταν είχε αντιμετωπίσει μία δύσκολη μέρα.
Στις εφτά Ιουλίου, με ένα ποτήρι κρασί στα χέρια και ένα τσιγάρο στα χείλη, έψαχνε για εταιρίες καλλυντικών που να ζητούν ηγετικά στελέχη.
Στις δύο Αυγούστου προσπαθούσε να μάθει αν το να πίνεις κάθε βράδυ δύο ποτήρια κρασί σε κάνει αλκοολικό.
Στις δέκα τέσσερις Αυγούστου άνοιξε έντρομη την αυλόπορτα του σπιτιού της, έτρεξε από το πλακόστρωτο μονοπάτι ως τα σκαλιά, τα ανέβηκε μπήκε στο σπίτι, άνοιξε τον υπολογιστή και πληκτρολόγησε με χέρια που έτρεμαν: «κολλάει το H.I.V. με την ανάσα;» Ένα δεκάλεπτο πριν βρισκόταν μέσα σε ένα αστικό. Το αυτοκίνητό της είχε παρουσιάσει μία βλάβη και είχε αναγκαστεί να το εγκαταλείψει σε ένα συνεργείο. Η ζέστη ήταν αποπνικτική μέσα στο αστικό και οι μυρωδιές της γύριζαν τα σωθικά, μα το χειρότερο ήρθε μία στάση πριν από τη δικιά της.
Ένας νεαρός με βρόμικα ρούχα και λιγδιασμένα μαλλιά την πλησίασε. Το σώμα του ήταν σαν όρθιος σκελετός και το πρόσωπό του ρουφηγμένο. Ένιωσε την ανάσα του που μύριζε, πάνω της. Το χέρι του της άγγιξε τον ώμο. Και τότε τη ρώτησε σφυρίζοντας μέσα από τα δόντια του: «Έχετε να μου δώσετε ένα ευρώ; Να φάω κάτι, είμαι άρρωστος, έχω έιτζ».
Στις δύο Σεπτεμβρίου έψαχνε να βρει τρόπους με τους οποίους μπορείς να απαλλαγείς από το κενό που νιώθεις μέσα στην ψύχη σου, ιδίως τις ώρες που ο ήλιος βασιλεύει. Δυστυχώς για τη Φρίντα όλες τις οι προσπάθειες στο συγκεκριμένο θέμα αποδείχτηκαν μάταιες.
Στις είκοσι οκτώ Σεπτεμβρίου πληκτρολόγησε τη λέξη «i-doser», χωρίς να γνωρίζει καν η ίδια περί τίνος πρόκειται. Μία συνάδερφός της τής είχε μιλήσει για ένα είδος ήχων με χαμηλές συχνότητες που επηρεάζουν τον εγκέφαλο και τη λειτουργία του σε τέτοιο βαθμό όσο και αρκετά ναρκωτικά. Όταν μπήκε σε ένα σχετικό forum και ρώτησε περισσότερες λεπτομέρειες, το πρώτο πράγμα που άκουσε ήταν για τα i-dosers. Έτσι βάλθηκε να τα ψάχνει.
    Στις δώδεκα Οκτωβρίου έκλεισε ραντεβού με τoν διευθυντή της Orfy.ltd, μίας νέας και ανερχόμενης εταιρίας καλλυντικών. Τη μέρα εκείνη αντάλλαξαν αλλεπάλληλα mails με προτάσεις, αντιπροτάσεις, προσφορές και αντιπροσφορές. Ο διευθυντής της Orfy.ltd, όπως και κάθε άλλος διευθυντής, αποδείχτηκε σκληρός στις διαπραγματεύσεις του για τη θέση, τα χρήματα και τα δικαιώματα που ζητούσε η Φρίντα. Όταν όμως άκουσε την τελική προσφορά της, δελεάστηκε για τα καλά.
Γιατί η προσφορά της Φρίντα είχε να κάνει με την παράδοση δέκα τεσσάρων από τις πατέντες καλλυντικών της εταιρίας στην οποία ήδη εργαζόταν. Το κίνητρο για τον διευθυντή της νεοσύστατης Orfy.ltd ήταν πραγματικά μεγάλο, καθώς θα μπορούσε να αποτελέσει το έναυσμα για την εφόρμηση της εταιρίας του στον χώρο των δυνατών.
Όσο για τη Φρίντα ένιωθε επιτέλους πως είχε φτάσει η ώρα της δικαίωσής της. Δέκα οκτώ χρόνια τώρα έδινε τον καλύτερο εαυτό της στην εταιρία που δούλευε, αλλά η συμπεριφορά των ανωτέρων της δεν ανταποκρινόταν στις θυσίες της. Η υποσχόμενη εδώ και χρόνια προαγωγή της δεν έλεγε να έρθει, αλλά και οι οικονομικές παροχές που τις προσέφεραν δεν αντιστοιχούσαν ούτε κατά διάνοια στο έργο της. Γιατί η αλήθεια είναι πως η Φρίντα είχε όντως προσφέρει πολλά στην εταιρία της, είχε συμβάλει κατά πολύ στην επιτυχημένη πορεία της, και είχε δώσει ένα ολόκληρο κομμάτι από τον εαυτό της γι’ αυτόν τον στόχο.        
Στις δέκα οκτώ Οκτωβρίου, καθώς καθάριζε το δωμάτιο του γιου της βρήκε μέσα σε ένα από τα συρτάρια του ένα μικρό φακελάκι. Το σήκωσε στα χέρια της, το επεξεργάστηκε, και διαπίστωσε πως υπήρχαν υπολείμματα από μία άσπρη σκόνη στο εσωτερικό του. Έτρεξε τότε στον υπολογιστή και έψαξε για την κοκαΐνη. Είδε εικόνες, κάποια άρθρα, έξαψε για το πότε κάποιος θεωρείται εθισμένος και ποιες είναι οι αντιδράσεις του και οι συνέπειες στην ζωή του.
Από εκείνη τη μέρα η Φρίντα παρατηρούσε τον γιο της, του έκανε διάφορες ερωτήσεις, χωρίς όμως να κινήσει την περιέργειά του και έψαχνε το δωμάτιο του όταν έλειπε και έβρισκε την ευκαιρία. Ποτέ όμως δεν διαπίστωσε κάτι το ύποπτο και ποτέ ξανά δεν βρήκε κάποιο παρόμοιο σακουλάκι με αυτή την άσπρη σκόνη.
Στις είκοσι εφτά Οκτωβρίου η Φρίντα ερευνούσε στο διαδίκτυο από πού προέρχεται το ροχαλητό και πως αντιμετωπίζεις τον άντρα σου που ροχαλίζει.
Στις τέσσερις Νοεμβρίου, έπειτα από έναν μικρό έλεγχο αγοράς, παρήγγειλε έναν δονητή.  
Στις δέκα οκτώ Νοεμβρίου έψαχνε για το εάν πρόβλημα στο συκώτι μπορεί να προκαλέσει έντονη τριχόπτωση. Τα μαλλιά της έπεφταν τον τελευταίο μήνα όπως ποτέ άλλοτε. Η αλήθεια είναι πως πάντα αντιμετώπιζε ένα μικρό πρόβλημα τριχόπτωσης, ιδίως τους μήνες του φθινοπώρου και της άνοιξης. Αυτό που συνέβαινε όμως τώρα ήταν ανησυχητικό. Στην ανησυχία της αυτή προστέθηκε και ένας οξύς πόνος δεξιά του στομαχιού της, που δεν τον είχε νιώσει ποτέ ξανά.
Στις είκοσι μία Νοεμβρίου ξύπνησε στις οκτώ το πρωί όπως και κάθε καθημερινή. Ετοίμασε καφέ και πρωινό. Ο άντρας της ήπιε τον καφέ του και έφυγε για τη δουλειά του. Ο γιος της έφαγε και έφυγε για το σχολείο του. Στις εννέα παρά τέταρτο και ενώ η Φρίντα ετοιμαζόταν να ξεκινήσει και αυτή για τη δουλειά της χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε.
Ο άνθρωπος που της μίλησε της εξήγησε πως ήταν αντιπρόσωπος της διαδικτυακής μηχανής αναζήτησης που χρησιμοποιούσε. Με μεγάλη του λύπη την πληροφόρησε πως από κάποιο λάθος, για το οποίο δεν ευθυνόταν η εταιρία του, και που δεν είχε ακόμη εξακριβωθεί τι ακριβώς ήταν, είχαν διαρρεύσει όλες οι αναζητήσεις της στο διαδίκτυο και οι σχετικές με αυτές παραγγελιές και τα mail της από τις τέσσερις Μαρτίου έως και  τις δέκα οκτώ Νοεμβρίου.
Η εταιρία είχε μόλις καταφέρει να απομονώσει και πάλι τις αναζητήσεις της και να τις καταστήσει ασφαλείς. Δυστυχώς όμως στο διάστημα αυτό των τριών ημερών, πολλές από αυτές είχαν ήδη μεταφερθεί σε άλλες τοποθεσίες και είχαν διαδοθεί σε ένα ευρύτερο κοινό.
Τηλεφώνησε αμέσως σε κάποιον δικηγόρο. Εκείνος τη σύνδεσε με έναν συνάδερφό του, ειδικευμένο σε περιπτώσεις σαν τη δική της.
Ακολούθησαν πολλά και διάφορα τηλεφωνήματα, από συγγενείς, φίλους, γνωστούς, μέχρι και άγνωστους.
Το μεσημέρι ο δικηγόρος ξανατηλεφώνησε. Δυστυχώς τελικά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά, καθώς η εταιρία αναζήτησης είχε πολλές δικλίδες ασφαλείας στα καταστατικά και στα συμβόλαιά της που την προστάτευαν από μηνύσεις των χρηστών της σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Η Φρίντα έκλεισε το τηλέφωνο. Έπειτα άνοιξε τον υπολογιστή και πληκτρολόγησε στη μηχανή αναζήτησης το όνομα και το επίθετό της. Οι συνδέσεις που εμφανίστηκαν ήταν τρομακτικά πολλές. Μπήκε στην πρώτη από αυτές. Ένα ολόκληρο ντοκιμαντέρ είχε στηθεί για τη ζωή της από τις τέσσερις Μαρτίου έως και  τις δέκα οκτώ Νοεμβρίου με βάση τις αναζητήσεις της στο διαδίκτυο.
Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε. Ο άντρας της μαζί με τον γιο της μόλις είχαν επιστρέψει. Γελούσαν, έλεγαν μάλλον κάποιο αστείο μεταξύ τους
.     

Share on Facebook